Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου. : «Εγχειρίδιο εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης με δραστηριότητες στην τάξη για την πρόληψη της βίας και του εκφοβισμού μεταξύ των μαθητών»

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Το κείμενο που ακολουθεί είναι το «εγχειρίδιο εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης με δραστηριότητες στην τάξη για την πρόληψη της βίας και του εκφοβισμού μεταξύ των μαθητών», το οποίο συντάχθηκε κι εκδόθηκε από την Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου. Σύμφωνα με τον υπεύθυνο επιμέλειας της εν λόγω έκδοσης κ. Τσιαντή Γιάννη (MD, DPM, FRC Psych. Αναπλ. Καθηγητής Παιδοψυχιατρικής) η συγγραφή του είναι ο καρπός των προσπαθειών εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Ερευνητικού Διακρατικού προγράμματος ΔΑΦΝΗ III, με συντονίστρια χώρα την Ελλάδα μέσω της Ε.Ψ.Υ.Π.Ε. και με συμμετέχουσες χώρες την Κύπρο, τη Λιθουανία και την Πολωνία. 

Το εγχειρίδιο είναι ένα αξιόπιστο παιδαγωγικό εργαλείο που ευαισθητοποιεί τους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς, αλλά και τους ειδικούς ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων στην πρόληψη και στην αντιμετώπιση του εκφοβισμού και της βίας. Αρχικά δίνεται συνοπτικά ο ορισμός του φαινομένου του σχολικού εκφοβισμού καθώς και οι αιτίες που συντελούν στην εμφάνισή του. Στη συνέχεια παρατίθενται τα χαρακτηριστικά που ενδεχομένως να έχουν οι εμπλεκόμενοι ανάλογα με τη θέση τους (π.χ θύτης ή θύμα) και προτείνονται λύσεις και ενέργειες που μπορούν να λάβουν χώρα στο σχολείο και να αποτρέψουν ή να αντιμετωπίσουν το εν λόγω φαινόμενο. Τέλος περιγράφεται αναλυτικά ένα πρόγραμμα 11 εργαστηρίων που στηρίζονται στη βιωματική κι ενεργητική μάθηση, στην αλληλεπίδραση μεταξύ των μαθητών και του εκπαιδευτή και μεταξύ των ίδιων των μαθητών και στην ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης των εκπαιδευόμενων. Από το κείμενο λείπει η ακριβής περιγραφή των δραστηριοτήτων που θα βοηθήσει την υλοποίηση των στόχων που θέτει κάθε ένα από τα εργαστήρια. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Πρώτον οι δραστηριότητες μπορούν να ποικίλουν ανάλογα την ηλικία των παιδιών και δεύτερον ανάλογα με τον εκπαιδευτή και τη σχέση που έχει αναπτύξει με τους εκπαιδευόμενους. Οπότε σε δεύτερο χρόνο και σε περίπτωση που θέλει όντως κάποιος να υλοποιήσει αυτό το πρόγραμμα θα συζητήσουμε λεπτομερώς την κάθε δραστηριότητα που, είτε προτείνεται από το ίδιο το πρόγραμμα, είτε εμείς θεωρούμε πιο αποτελεσματική και μπορούμε να την εντάξουμε σε αυτό.













Ορισμός και μορφές του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο
Ο εκφοβισμός και η βία στο σχολείο μεταξύ των μαθητών έχουν αρχίσει να γίνονται αντικείμενα προσοχής, συζήτησης και μελέτης και στην Ελλάδα. Αναγνωρίζονται ως κοινωνικά προβλήματα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα σχετικών ερευνών που διεξάγονται σε σχολεία της χώρας.
Ο όρος «εκφοβισμός και βία στο σχολείο» (school bullying), όπως και ο όρος «θυματοποίηση» (victimization) χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν μια κατάσταση κατά την οποία ασκείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βία και επιθετική συμπεριφορά με σκοπό την επιβολή, την καταδυνάστευση  και την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου σε μαθητές από συμμαθητές τους, εντός και εκτός σχολείου. Ο εκφοβισμός και η βία ανάμεσα στους μαθητές μπορούν να πάρουν σωματική, λεκτική, ψυχολογική και κοινωνική μορφή.
Συνήθως εκδηλώνονται με:
• χειρονομίες, σπρωξιές, ξυλοδαρμούς,
• φραστικές επιθέσεις, βρισιές, προσβολές, απειλές,
• εκβιασμούς,
• καταστροφή προσωπικών αντικειμένων,
• κλοπές,
• σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση,
• αποκλεισμό και απομόνωση από παρέες, ομαδικά παιχνίδια και κοινωνικές δραστηριότητες.
Ο λεκτικός εκφοβισμός περιλαμβάνει τη συστηματική χρησιμοποίηση υβριστικών εκφράσεων και χρησιμοποιεί σταθερά ένα άτομο ως στόχο πειραγμάτων, κάνοντάς το περίγελο. Ο σωματικός εκφοβισμός και βία περιλαμβάνει σπρωξίματα, σκουντήματα, αγκωνιές, κλοτσιές, τρικλοποδιές, γροθιές ή χτυπήματα με όπλα ή αντικείμενα και αφορά όλες τις μορφές επιθέσεων ή τις απειλές σωματικών επιθέσεων. Ο εκφοβισμός με εκβιασμό περιλαμβάνει την εκούσια απόσπαση χρημάτων ή προσωπικών αντικειμένων, η οποία συνοδεύεται από απειλές, ή και τον εξαναγκασμό  σε αντικοινωνικές πράξεις – για παράδειγμα, να διαπράξει κλοπή ή βανδαλισμό ιδιοκτησίας. Ο ηλεκτρονικός εκφοβισμός (cyber-bullying) περιλαμβάνει την αποστολή απειλητικού ή υβριστικού υλικού μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή μηνυμάτων SMS. Επίσης υπάρχουν πολλές μορφές έμμεσου εκφοβισμού κατά τον οποίο ο θύτης προσπαθεί να απομονώσει κοινωνικά κάποιο άτομο ή το αγνοεί ή ακόμα επιχειρεί να πείσει τους άλλους να αισθανθούν αντιπάθεια γι’ αυτό, διαδίδοντας κακόβουλες φήμες και ψεύδη.
Σε κάθε περίπτωση, ο εκφοβισμός και η βία στο σχολείο αποτελούν πράξεις επιθετικότητας, σχετίζονται δηλαδή με ένα οικουμενικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, που εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Τα μικρότερα παιδιά εκφράζονται περισσότερο με το σώμα τους, ενώ τα μεγαλύτερα χρησιμοποιούν περισσότερο το λόγο και σταδιακά πιο συγκαλυμμένες μορφές επιθετικότητας, όπως η υπονόμευση και η απομόνωση. Επίσης τα αγόρια γενικά είναι πιο άμεσα και σωματικά επιθετικά, ενώ τα κορίτσια πιο έμμεσα. Η επιθετικότητα, βέβαια, δε στοχεύει πάντα στην εμπρόθετη και επαναλαμβανόμενη τρομοκράτηση των αδύναμων. Αντίθετα, όταν καλλιεργείται μέσα από υγιείς σχέσεις φροντίδας και από την παιδεία, η επιθετικότητα μπορεί να αξιοποιηθεί θετικά  και κοινωνικά (π.χ., στις γλωσσικές ικανότητες, στον αθλητισμό, στη μάθηση, στην πρωτοβουλία, στο θάρρος της γνώμης κ.ο.κ.). Όταν όμως δεν καλλιεργείται κατάλληλα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εις βάρος του εαυτού ή των άλλων, καταστροφικά ή σαδιστικά.
 Στην περίπτωση του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο, η επιθετικότητα και η δύναμη (σωματική, ψυχολογική ή κοινωνική) διαστρεβλώνονται, γίνονται μέσο επιβολής και μάλιστα ένας τρόπος συσχέτισης με τους άλλους, σε δυαδικό και ομαδικό επίπεδο. Πολλές σύγχρονες έρευνες αναγνωρίζουν μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στο παιδί που ασκεί βία και το παιδί που δέχεται τον εκφοβισμό.
Η σχέση αυτή χαρακτηρίζεται από ανισότητα δύναμης αλλά και από αμοιβαία ανεπαρκή διαχείριση της επιθετικότητας. Ο μεν θύτης κάνει κατάχρηση της δύναμής του, το δε θύμα δε χρησιμοποιεί καθόλου τη δική του ώστε να προστατευτεί. Κατά κάποιον τρόπο ο ένας χρειάζεται και συντηρεί τον άλλο.
 Επιπλέον, είναι σημαντικό να τονίσουμε πως ο εκφοβισμός και η βία στο σχολείο είναι και ομαδικό φαινόμενο. Δηλαδή δεν αφορά μόνο το θύμα και το θύτη, αλλά  και όλους όσοι είναι παρόντες ή γνωρίζουν την ύπαρξή του, δηλαδή τους παρατηρητές. Σύμφωνα με έρευνες, ο ρόλος των μαθητών-παρατηρητών είναι πολύ σημαντικός. Ακόμα κι αν δε συμμετέχουν ενεργά σε περιστατικά εκφοβισμού, μπορεί να ενθαρρύνουν το θύτη ή και με την παθητική στάση τους να δίνουν το μήνυμα ότι αυτό που συμβαίνει είναι αποδεκτό. Έτσι τροφοδοτούν το φαινόμενο. Περίπου το ίδιο ισχύει και για τους ενήλικες παρατηρητές.
Γι’ αυτό και οι παρατηρητές χρειάζεται να συμπεριλαμβάνονται τόσο στον ορισμό, όσο και στην αντιμετώπιση του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο. Φυσικά, αυτό δεν υπονοεί μετάθεση της ευθύνης στο θύμα και στους παρατηρητές. Ωστόσο τονίζει πως ο εκφοβισμός και η βία στο σχολείο είναι ένα πολυδιάστατο, δυναμικό, κοινωνικό φαινόμενο, που δεν αφορά απλοϊκά ένα κακό-δυνατό και ένα  καλό-αδύναμο παιδί, αλλά εμπλέκει συνολικά το σχολείο ως οργανισμό.
Δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις τα περιστατικά εκφοβισμού και βίας στα σχολεία δεν αντιμετωπίζονται κατάλληλα. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα αποσιωπώνται, διότι θεωρείται ότι εκθέτουν (ντροπιάζουν) και στιγματίζουν τους θύτες, τα θύματα και το κύρος του σχολείου. Γενικά παρατηρείται έλλειμμα ενημέρωσης, περιορισμένη ευαισθητοποίηση, σχετική άγνοια για τη διαχείριση του προβλήματος. Οι γονείς μιλούν ελάχιστα για το πρόβλημα με τα παιδιά τους, οι μαθητές-θύματα συχνά αντιδρούν με απόσυρση και αποφεύγουν να ζητήσουν βοήθεια από τους ενήλικες, ενώ οι εκπαιδευτικοί συζητούν ελάχιστα στην τάξη σχετικές συμπεριφορές. Σε κάθε περίπτωση, ο εκφοβισμός και η βία στο σχολείο έχουν πολλές και σοβαρές επιπτώσεις τόσο στην υγεία και ψυχική υγεία, όσο και στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες και πιθανόν να καταλήξουν σε τραγικά αποτελέσματα.




Αιτιολογία
Το φαινόμενο του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο είναι σύνθετο, ενώ στην εκδήλωσή του συμβάλλει η αλληλεπίδραση ψυχολογικών, οικογενειακών, κοινωνικών, γνωστικών και συναισθηματικών παραγόντων.
Ειδικότερα, ρόλο παίζουν:
• ατομικά χαρακτηριστικά των παιδιών (π.χ., ιδιοσυγκρασία, εξελικτική πορεία, τραυματικές εμπειρίες),
• χαρακτηριστικά του οικογενειακού τους περιβάλλοντος (πολύ αυστηρές ή πολύ ελαστικές μέθοδοι ανατροφής, πρότυπα επιθετικής συμπεριφοράς, βία ανάμεσα στους γονείς ή από τους γονείς προς τα παιδιά, ανασφαλής δεσμός του παιδιού με τους γονείς κτλ.)
• διάφορες πλευρές του σχολικού περιβάλλοντος (ανεπαρκής εποπτεία, συνωστισμός μαθητών, ελλείψεις προσωπικού, φτώχεια ερεθισμάτων κτλ.),
• το ψυχολογικό κλίμα του σχολείου (ανταγωνιστικό, ελεγκτικό, απρόσωπο, οριοθετεί με εχθρικό τρόπο, προσανατολισμένο στην επίδοση, όχι στις σχέσεις κτλ.),
• οι πολιτικές του εκπαιδευτικού συστήματος (υπερβολική χρήση της τιμωρίας και της αποβολής ως μέσου πειθαρχίας, δυσανάλογη επιβράβευση κοινωνικά θετικών συμπεριφορών κτλ.),
• οι στάσεις των ίδιων των παιδιών, των γονέων και των εκπαιδευτικών απέναντι στη βία,
• ο τρόπος προβολής της βίας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης,
• γενικότερα κοινωνικά προβλήματα που ενισχύουν τις αντικοινωνικές συμπεριφορές.

Επιδημιολογικά δεδομένα της συχνότητας του προβλήματος
Στην Ελλάδα τα δεδομένα διαφόρων ερευνών δείχνουν ότι:
• Το 10-15% των μαθητών πέφτουν θύματα διαφόρων μορφών εκφοβισμού και βίας στο σχολείο.
• Οι μαθητές που εκφοβίζουν και ασκούν βία, δηλαδή οι θύτες, υπολογίζεται ότι ξεπερνούν το 5% του συνόλου των μαθητών.
• Έχει παρατηρηθεί ότι τα αγόρια εμπλέκονται περισσότερο σε περιστατικά σωματικής βίας σε σύγκριση με τα κορίτσια, τα οποία φαίνεται να εμπλέκονται πιο συχνά σε περιστατικά λεκτικής βίας.
• Τα αγόρια σε σύγκριση με τα κορίτσια εμπλέκονται πιο συχνά σε περιστατικά βίας, σε αναλογία 3 προς 1.
• Τα περιστατικά εκφοβισμού και βίας στο σχολείο εκδηλώνονται με μεγαλύτερη συχνότητα στο δημοτικό και στο γυμνάσιο και μειώνονται στο λύκειο.
• Οι μισοί από τους μαθητές-θύματα εκφοβισμού και βίας δεν αναφέρουν πουθενά το γεγονός, ενώ οι υπόλοιποι μισοί συνήθως το αναφέρουν σε φίλους τους και λιγότερο στους εκπαιδευτικούς ή στους γονείς τους.




Οι ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο
Οι ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις του εκφοβισμού και της βίας στα παιδιά είναι πολλές και σοβαρές. Τα παιδιά που πέφτουν θύματα εκφοβισμού και βίας στο σχολείο είναι δυνατόν:
• να νιώσουν έντονο άγχος και ανασφάλεια,
• να παρουσιάσουν σχολική άρνηση,
• να κάνουν πολλές απουσίες από το σχολείο,
• να οδηγηθούν σε σχολική αποτυχία.
• να εμφανίσουν μαθησιακές δυσκολίες και ψυχοσωματικά προβλήματα, όπως πονοκεφάλους, πόνους στην κοιλιά, διαταραχές ύπνου, ενούρηση κ.ά.,
• να παρουσιάσουν φοβίες, κατάθλιψη, απόπειρες αυτοκτονίας.
Τα παιδιά-θύτες, αυτά που ασκούν τον εκφοβισμό και τη βία, βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο:
·         να απομακρυνθούν από το σχολείο,
·         να διακόψουν τη σχολική φοίτηση,
·         να εμφανίσουν τάσεις φυγής από το σπίτι,
·         να εξελιχθούν, σε ποσοστό που προσεγγίζει το 50%, σε ενήλικες με αντικοινωνική και παραβατική συμπεριφορά.
Οι συνέπειες του εκφοβισμού και της βίας στα παιδιά είναι σοβαρές και καθοριστικές για την ψυχοκοινωνική τους ανάπτυξη και εξέλιξη. Γι’ αυτό η συστηματική πρόληψη και η κατάλληλη αντιμετώπιση κάθε μορφής εκφοβισμού και βίας στο σχολείο είναι πολύ σημαντικές. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα παιδιά έχουν απόλυτο δικαίωμα σε ένα σχολικό περιβάλλον το οποίο να τους παρέχει ασφάλεια και προστασία.

Τα χαρακτηριστικά των παιδιών που εμπλέκονται σε περιστατικά εκφοβισμού και βίας στο σχολείο

Τα θύματα είναι συνήθως παιδιά:
• με περισσότερο άγχος και ανασφάλεια από τους άλλους μαθητές,
• ήσυχα και ευαίσθητα,
• εσωστρεφή και μοναχικά,
• με χαμηλή αυτοεκτίμηση,
• φοβισμένα και με παθητική στάση απέναντι στη βία,
• δύσκολα υπερασπίζονται τον εαυτό τους.
Όταν υφίστανται εκφοβισμό και βία, αντιδρούν με:
• έλλειψη αυτοπεποίθησης και αδυναμία αντιπαράθεσης
• παθητική αποδοχή της βίας,
• φόβο για περαιτέρω βία ή τιμωρία από τους μεγάλους,
• σύγχυση, απόγνωση, έντονο άγχος και πανικό,
• απόσυρση και κλάμα, κατάθλιψη και απόπειρες αυτοκτονίας
• πεποίθηση ότι η παρέμβαση ενός ενήλικα δε θα είναι αποτελεσματική,
• πεποίθηση ότι αν συζητήσουν το πρόβλημα με έναν ενήλικα, θα εισπράξουν περισσότερη βία από τους θύτες.
Τα παιδιά-θύτες, αυτά που ασκούν εκφοβισμό και βία σε άλλα, είναι συνήθως παιδιά:
• με χαμηλή αυτοεκτίμηση, ενώ φαίνονται σίγουρα για τον εαυτό τους,
• ενεργητικά και υπερδραστήρια,
• επιθετικά,
• επιρρεπή σε παραβίαση κανόνων και σε αντικοινωνικές συμπεριφορές,
• ικανά να ξεφεύγουν από δύσκολες καταστάσεις,
• δίχως ηθικούς ενδοιασμούς ή τύψεις για τις πράξεις τους.
Τα παιδιά-παρατηρητές περιστατικών εκφοβισμού και βίας διαχωρίζονται σε εκείνους που:
• υποστηρίζουν το θύτη με γέλια, χειροκροτήματα και άλλες μορφές επιδοκιμασίας,
• απομακρύνονται από τη σκηνή και κάνουν ότι δεν είδαν τίποτα,
• θυματοποιούνται, τρομοκρατούνται, «παγώνουν»,
• δεν ξέρουν τι να κάνουν, είναι σε αμφιθυμία και δεν παίρνουν θέση,
• προσπαθούν να βοηθήσουν το θύμα, αποδοκιμάζουν το θύτη και τρέχουν να φέρουν βοήθεια.
Γενικά οι 4 πρώτες ομάδες παιδιών-παρατηρητών πιστεύουν ότι ο εκφοβισμός και η βία δεν είναι σωστές συμπεριφορές, χαρακτηρίζονται όμως από το φόβο μήπως συμβεί και στους ίδιους, γι’ αυτό και ανησυχούν ότι αν πάρουν θέση, θα κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Τα παιδιά που παρεμβαίνουν για να βοηθήσουν το θύμα έχουν ξεκάθαρη άποψη κατά του εκφοβισμού και της βίας, υψηλό βαθμό ενσυναίσθησης και αλληλεγγύης, εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και στους ενήλικες, ενώ συνάμα πιστεύουν ότι η παρέμβασή τους μπορεί να βοηθήσει, κάτι που βασίζεται σε προηγούμενες εμπειρίες τους.

Ενδείξεις ότι το παιδί έχει πέσει θύμα εκφοβισμού και βίας στο σχολείο
Ορισμένες ενδείξεις που πιθανόν υποδηλώνουν ότι το παιδί έχει πέσει θύμα εκφοβισμού και βίας στο σχολείο είναι:
• αν έχει μειωμένη διάθεση ή αρνείται να έρθει στο σχολείο με πρόσχημα κάποια αδιαθεσία,
• αν κάνει αδικαιολόγητες απουσίες,
• αν έχει απροσδόκητη μαθησιακή πτώση που αποτυπώνεται σε χαμηλούς βαθμούς,
• αν στα διαλείμματα περνά το χρόνο του γύρω από τους εκπαιδευτικούς και τα γραφεία,
• αν καθυστερεί να έρθει στο σχολείο ή αργεί να επιστρέψει στο σπίτι,
• αν αρχίζει να αλλάζει τους δρόμους μέσα από τους οποίους έρχεται στο σχολείο ή επιστρέφει από αυτούς στο σπίτι,
• αν τα ρούχα του συχνά είναι σκισμένα και κατεστραμμένα,
• αν έχει σημάδια και μελανιές στο σώμα ή άλλες ενδείξεις επίθεσης και αποφεύγει να εξηγήσει πώς συνέβησαν,
• αν συχνά χάνει τα πράγματά του,
• αν συχνά ζητά χρήματα από τους γονείς του γιατί έχασε αυτά που του έδωσαν,
• αν αρνείται να συμμετέχει σε σχολικές εκδηλώσεις και δραστηριότητες,
• αν υπάρξουν ξαφνικές αλλαγές στη διάθεσή του που επιμένουν,
• αν παραπονιέται για ψυχοσωματικά προβλήματα.
Εάν ισχύουν κάποια από τα προαναφερθέντα, τότε ίσως να υπάρχει γεγονός εκφοβισμού και βίας στο σχολείο, οπότε το παιδί χρειάζεται άμεση βοήθεια και υποστήριξη.

Οι δυνατότητες αντιμετώπισης του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο
Στο πλαίσιο του διακρατικού Ευρωπαϊκού Προγράμματος ΔΑΦΝΗ ΙΙ «Πρόγραμμα Αξιολόγησης Αναγκών και Ευαισθητοποίησης για τον Εκφοβισμό και τη Βία στο σχολείο», μαθητές των δημοτικών σχολείων συμμετείχαν σε ειδικές ψυχοεκπαιδευτικές δραστηριότητες. Στόχοι ήταν η ευαισθητοποίηση και η ενδυνάμωση των μαθητών στην αντιμετώπιση του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο. Μετά το τέλος της παρέμβασης αυτής παρατηρήθηκε:
• αύξηση του ποσοστού των μαθητών (από 5,5% πριν από την παρέμβαση σε 15,79% μετά την παρέμβαση) που καταφεύγουν στο διευθυντή του σχολείου όταν πέσουν θύματα εκφοβισμού και βίας,
• μείωση του ποσοστού των μαθητών που δε μιλούν ποτέ σε κανέναν όταν εκφοβιστούν (από 28% πριν από την παρέμβαση σε 5,26% μετά την παρέμβαση),
• μείωση του ποσοστού των μαθητών που δε μιλούν σε κανέναν όταν ασκήσουν εκφοβισμό και βία σε άλλο μαθητή (από 52% πριν από την παρέμβαση σε 18% έπειτα), καθώς οι μαθητές-θύτες μετά την παρέμβαση άρχισαν να μιλούν περισσότερο στους συνομηλίκους τους γι’ αυτό που έκαναν (αύξηση από 23,8% πριν από την παρέμβαση σε 72,8% μετά την παρέμβαση) ή στους γονείς τους (αύξηση από 19,05% πριν από την παρέμβαση σε 45,5% μετά την παρέμβαση) ή στα
αδέρφια τους (αύξηση από 10% πριν από την παρέμβαση σε 36% μετά την παρέμβαση).
Τα αποτελέσματα του προγράμματος αυτών των παρεμβάσεων δείχνουν ότι το φαινόμενο του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί.

Ενέργειες του εκπαιδευτικού για να προλάβει την εμφάνιση του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο
Για την πρόληψη του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο ο εκπαιδευτικός πρέπει:
• να συζητά με τους μαθητές για τα δικαιώματά τους, τους κανόνες συμπεριφοράς, στο σχολείο και τους τρόπους αντιμετώπισης του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο,
• να παρέχει από νωρίς στους μαθητές κατάλληλους τρόπους έκφρασης της επιθετικότητας (όπως τα αθλήματα, οι τέχνες κτλ.) και ανάλογες ευκαιρίες για επιτεύγματα και καταξίωση,
• να ενισχύει τη φιλία μεταξύ των μαθητών και να αναδεικνύει την αλληλεγγύη της παρέας των φίλων ως το πλέον κατάλληλο μέσο για την αντιμετώπιση περιστατικών εκφοβισμού και βίας στο σχολείο,
• να ευαισθητοποιεί τους γονείς για το πρόβλημα, στις ατομικές και στις ομαδικές
συνεργασίες,
• να αντιμετωπίζει τις αιτίες απομόνωσης και περιθωριοποίησης μαθητών,
• να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ένταξη στη σχολική ομάδα των νεοφερμένων μαθητών ή των μαθητών με ειδικά προβλήματα και ανάγκες,
• να ασκεί ουσιαστική εποπτεία των χώρων του σχολείου στους οποίους πιθανολογείται εκδήλωση εκφοβισμού και βίας μεταξύ των μαθητών.

Ενέργειες του εκπαιδευτικού για την αντιμετώπιση
περιστατικών εκφοβισμού και βίας στο σχολείο

Ο εκπαιδευτικός για την άμεση αντιμετώπιση περιστατικών εκφοβισμού και βίας στο σχολείο πρέπει:
• να διαβεβαιώσει το παιδί-θύμα ότι «δεν ευθύνεται το ίδιο για ό,τι έχει συμβεί»,
• να του θυμίσει ότι το νοιάζεται και ότι ο εκπαιδευτικός μπορεί να το προστατεύει,
• να του πει ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν μόνο αν «σπάσει η σιωπή» και να εξηγήσει ότι η κοινοποίηση των περιστατικών εκφοβισμού και βίας στο σχολείο δεν αποτελεί «κάρφωμα»,
• να συζητήσει το γεγονός στην ομάδα τάξης ως κάτι σοβαρό και ως ευθύνη όλων, να κινητοποιήσει την αλληλεγγύη των μαθητών,
• να προτείνει στο παιδί και στην ομάδα τάξης πρακτικούς τρόπους για την αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων,
• να ενημερώσει αμέσως τους γονείς του παιδιού,
• να ενημερώσει παράλληλα την ομάδα των εκπαιδευτικών και το διευθυντή του σχολείου,
• εάν κρίνεται αναγκαίο, να ζητήσει τη βοήθεια ενός ειδικού ψυχικής υγείας.
Γενικά αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο
• Απαιτείται να διερευνηθεί συστηματικά στη χώρα μας το φαινόμενο του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο, σε όλες τις διαστάσεις, τόσο ποσοτικά, όσο και ποιοτικά.
• Απαιτείται να εκδοθεί άμεσα από το Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων γραπτή πολιτική αντιμετώπισης. Η πολιτική θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει τις διαδικασίες καταγραφής των συμβάντων, διορισμού υπεύθυνου εκπαιδευτικού και συμβούλου με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, παρακολούθησης των διαδικασιών αντιμετώπισης, ενημέρωσης των μαθητών για την πρόσβαση σε σύστημα υποστήριξης, συνεργασίας με τους γονείς και οργάνωσης ουσιαστικής εποπτείας των μαθητών κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων.
• Είναι απαραίτητη η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών για την αναγνώριση και τη διαχείριση του προβλήματος.
• Είναι αναγκαία η διαρκής παρότρυνση και υποστήριξη των γονέων για την ενεργό συμμετοχή και συνεργασία τους με το σχολείο.
• Απαιτείται συνεχής συμβουλευτική των εκπαιδευτικών προς τους μαθητές με στό-χο την ενίσχυση της μαθητικής ομάδας για την αντιμετώπιση συμβάντων εκφοβισμού και βίας στο σχολείο.
• Απαιτείται να αναπτυχθούν προγράμματα προαγωγής της ψυχικής υγείας των μαθητών, τα οποία να εντάσσονται στο σχολικό πρόγραμμα με διαθεματικό χαρακτήρα και συνδεδεμένα με το πρόγραμμα σπουδών.
• Απαιτείται να στελεχωθούν οι εκπαιδευτικές περιφέρειες άμεσα με ειδικούς ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων (παιδοψυχιάτρους, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς), οι οποίοι παρεμβαίνουν στην αντιμετώπιση ψυχοκοινωνικών προβλημάτων που εκδηλώνονται στη σχολική καθημερινή πραγματικότητα.

Πρόγραμμα δραστηριοτήτων στην τάξη για την πρόληψη του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο

Γενικές μεθοδολογικές κατευθύνσεις
Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο αναγνωρίζεται ότι τα προγράμματα προαγωγής της ψυχοκοινωνικής υγείας των μαθητών δεν μπορούν να αποτελούν αποκλειστική ευθύνη μόνο των φορέων υγείας. Το σχολείο αναγνωρίζεται ως ζωτικός χώρος για να παρέχει στους μαθητές ευκαιρίες προσωπικής ανάπτυξης και ενδυνάμωσης, καθώς και να τους υποστηρίζει στην απόκτηση ψυχοκοινωνικών δεξιοτήτων. Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση σχεδίων εργασίας για την προαγωγή της ψυχοκοινωνικής υγείας των μαθητών στο χώρο του σχολείου και η παρέμβαση στη σχολική ηλικία αποτελούν ίσως τα πλέον επιτυχημένα μοντέλα πρωτογενούς και δευτερογενούς πρόληψης. Η σύγχρονη μεθοδολογία των σχεδίων εργασίας, γενικότερα για την προαγωγή της ψυχοκοινωνικής υγείας και ειδικότερα για τον εκφοβισμό και τη βία στο σχολείο, δε στηρίζεται απλώς στη μεταφορά γνώσεων στους μαθητές.
Αντιθέτως, βασίζεται και δίνει έμφαση στη σχέση και στην αλληλεπίδραση, στην ανάπτυξη δεξιοτήτων βελτίωσης της αυτοπεποίθησης των μαθητών και στη δυνατότητα της ενδυνάμωσης των ικανοτήτων τους να διαπραγματεύονται, να θέτουν όρια και να προβαίνουν στις σωστές επιλογές. Ειδικότερα, στηρίζεται στη βιωματική, ενεργητική, συνεργατική μάθηση. Αυτό σημαίνει μια ανοιχτή ψυχοεκπαιδευτική διαδικασία χωρίς αυστηρώς καθορισμένα όρια που εξελίσσεται ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες, τα προβλήματα και τα ενδιαφέροντα των συμμετεχόντων.
Ένα σχέδιο εργασίας για το φαινόμενο του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο αξιοποιεί τη δυναμική της συνεργαζόμενης μαθητικής ομάδας και υλοποιείται σε κλίμα αποδοχής, ενθάρρυνσης και δημιουργικότητας που ενισχύει την ενσυναίσθηση και την αλληλεγγύη. Στο πλαίσιο αυτό έχει τη δυνατότητα να εμπεριέχει μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, καθώς και παιδιά με ιδιαίτερα εθνοτικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά.
Δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να αναπτύσσονται γνωστικά, ψυχοσυναισθηματικά και κοινωνικά διαμέσου της συνεργασίας, της αλληλεπίδρασης και της σχέσης με τους συμμαθητές και τους εκπαιδευτικούς.
Εκπαιδευτικοί και μαθητές συμμετέχουν ισότιμα και διαμορφώνουν από κοινού το πλαίσιο δράσης. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού αποκτά συντονιστικό, διαμεσολαβητικό, συμβουλευτικό και υποστηρικτικό χαρακτήρα. Παρακολουθεί τη
διαδικασία, παρατηρεί τη μαθητική ομάδα, παρεμβαίνει όταν προκύπτει ανάγκη και ενθαρρύνει τους μαθητές.

Βασικές μεθοδολογικές προϋποθέσεις για επιτυχή έκβαση του σχεδίου εργασίας όσον αφορά το φαινόμενο του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο είναι:

• η εγκαθίδρυση της ψυχοπαιδαγωγικής σχέσης,
• η προσέγγιση της σχολικής τάξης ως ομάδας,
• η θετική αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών της ομάδας,
• οι ψυχοπαιδαγωγικοί χειρισμοί των δυναμικών της ομάδας,
• η διαχείριση κρίσεων,
• η διαπραγμάτευση,
• η αποκέντρωση της εξουσίας.
Βασικό γνώρισμα ενός τέτοιου σχεδίου εργασίας είναι ότι οι μαθητές και ο εκπαιδευτικός από κοινού προσεγγίζουν ένα πρόβλημα, επιχειρούν να το κατανοήσουν και σχεδιάζουν τους τρόπους αντιμετώπισής του.
 Η επεξεργασία του γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να καταλήγει σε ένα τελικό προϊόν, όπως μια θεατρική παράσταση, μια έκθεση έργων, μια γραπτή έκθεση προτάσεων κ.ά.  
Ειδικότερα, τα στάδια υλοποίησης ενός σχεδίου εργασίας που στοχεύει στην προαγωγή της ψυχοκοινωνικής υγείας των μαθητών στο χώρο του σχολείου με φαινόμενα εκφοβισμού και βίας είναι:
• η πρόταση του θέματος,
• η κριτική ανταλλαγή απόψεων για το θέμα,
• η διαμόρφωση του πλαισίου δράσης,
• η υπογραφή συμβολαίου,
• η σύνθεση του έργου των υποομάδων,
• η ολοκλήρωση των δραστηριοτήτων της εργασίας,
• η αξιολόγηση της διαδικασίας,
• η παρουσίαση του τελικού προϊόντος.

Τα μέσα υλοποίησης ενός σχεδίου εργασίας είναι:
• η ενεργητική ακρόαση,
• ο διάλογος,
• οι ελεύθεροι συνειρμοί,
• το παίξιμο ρόλων,
• η καλλιτεχνική δημιουργία.





Γενικές αρχές εφαρμογής

Το πρόγραμμα των δραστηριοτήτων με τα παιδιά για την πρόληψη του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο είναι βασισμένο σε ένα γενικό μοντέλο εκπαίδευσης, στο οποίο θεωρείται ότι οι διαδικασίες μάθησης καθρεφτίζουν ή παραλληλίζουν τις διαδικασίες βοήθειας. Παραδείγματος χάρη, υποθέτουμε ότι η μάθηση είναι μια διαδικασία κατά την οποία η θεώρηση κάποιων στοιχείων του κόσμου αλλάζει, κι αυτό δε διαφέρει αναγκαστικά από τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες αλλάζουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί για να προσαρμοστούν πιο αποτελεσματικά στα θέματα και στα προβλήματα των μαθητών τους και της καθημερινότητάς τους. Οι διαδικασίες μέσα από τις οποίες μπορούν να διευκολυνθούν οι αλλαγές αυτές είναι παρόμοιες, αρχίζοντας, λόγου χάρη, και στις δύο περιπτώσεις από την προϋπόθεση μιας στενής σχέσης αλληλοσεβασμού και συνεργασίας. Μια τέτοια σχέση, στην οποία αναγνωρίζονται και γίνονται σεβαστές οι υπάρχουσες ιδιότητες, ικανότητες και γνώσεις, αποτελεί το σημείο έναρξης της διαδικασίας της αλλαγής, η οποία και στις δύο περιπτώσεις μπορεί να ερμηνευτεί ως μια σειρά εργασιών που συμπεριλαμβάνει τη συστηματική και από κοινού ανίχνευση των σχετικών θεμάτων, την επεξήγηση, τον από κοινού καθορισμό στόχων, το σχεδιασμό στρατηγικής, την αμοιβαία υποστήριξη και την τακτική επανεξέταση και αξιολόγηση. Με την υπόθεση ότι οι διαδικασίες είναι παρόμοιες, το επακόλουθο είναι ότι οι απαιτούμενες ιδιότητες των εκπαιδευτικών για την ενίσχυση της διαδικασίας μάθησης είναι παράλληλες με αυτές που χρειάζονται οι μαθητές και συμπεριλαμβάνουν: τη στάση σεβασμού προς τους συμμετέχοντες, την ενσυναίσθηση, τη γνησιότητα, τον ενθουσιασμό, την ακεραιότητα ή την προσωπική δύναμη.
Στη συνέχεια παρατίθενται μια σειρά αρχών ως οδηγός των εκπαιδευτικών για την εφαρμογή τέτοιων προγραμμάτων. Μία άμεση συνέπεια εντούτοις είναι πως οτιδήποτε και να κάνουν οι εκπαιδευτικοί κατά τη διάρκεια του προγράμματος (π.χ., εκδηλώνοντας σεβασμό) και οποιαδήποτε διαδικασία τηρηθεί (π.χ., η διερεύνηση θεμάτων στο πρόγραμμα), όλα αυτά αποτελούν πιθανά μοντέλα παροχής βοήθειας σε παιδιά. Κατ’ ουσίαν, οι εκπαιδευτικοί ακολουθούν αυτό που διδάσκουν και προάγουν. Αυτό σημαίνει ότι, πρώτον, η συμπεριφορά των εκπαιδευτικών αποτελεί, αυτή καθαυτή, περιεχόμενο του προγράμματος και, δεύτερον, ότι οι παραλληλισμοί σε σχέση με τις αναμενόμενες συμπεριφορές των παιδιών πρέπει να υπογραμμίζονται σε κάθε δυνατή και κατάλληλη στιγμή.
Οι βασικές αρχές είναι οι εξής:
• Οι εκπαιδευτικοί σέβονται και οικοδομούν πάνω στην υπάρχουσα γνώση, εμπειρία, δυνατότητες και δεξιότητες των συμμετεχόντων μαθητών στο πρόγραμμα.
• Όλες οι πτυχές του προγράμματος των δραστηριοτήτων περιγράφονται και επεξηγούνται εκ των προτέρων και στο μέγιστο δυνατό βαθμό.
• Το πρόγραμμα είναι όσο το δυνατόν πιο εύκαμπτο, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της συγκεκριμένης ομάδας των μαθητών.
• Οι εκπαιδευτικοί καθιστούν δυνατή την ανάπτυξη ανοιχτών συζητήσεων με τους συμμετέχοντες μαθητές για όλα τα θέματα, έτσι ώστε να αναζητείται σε όλα τα στάδια η ειλικρινής και εποικοδομητική ανάδραση-ανατροφοδότηση (feed-back).
• Μια τέτοια ανατροφοδότηση κρίνεται απαραίτητο να είναι σεβαστή, ώστε το πρόγραμμα των δραστηριοτήτων να προσαρμόζεται στις ανάγκες των συμμετεχόντων μαθητών, οι οποίες εκφράζονται μέσα από τα σχόλιά τους.
• Η δομή, η διαδικασία και οι μέθοδοι εκπαίδευσης μάθησης αντικατοπτρίζουν τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας βοήθειας για την οποία εκπαιδεύονται οι συμμετέχοντες μαθητές.
• Οι εκπαιδευτικοί φέρονται στους συμμετέχοντες μαθητές με σεβασμό δείχνοντας ενσυναίσθηση, ενθουσιασμό και αμεσότητα.
• Επιχειρούν να διευκολύνουν τέτοιες σχέσεις με τους συμμετέχοντες μαθητές που να είναι πραγματικά χαρακτηριστικές μιας συνεργασίας.
• Οι μέθοδοι μάθησης είναι διερευνητικές, ενθαρρυντικές (όχι εξαναγκαστικές), διευκολύνοντας τους συμμετέχοντες μαθητές στη διερεύνηση θεμάτων για τους ίδιους, με στόχο την ανάπτυξη μιας καλύτερης κατανόησης όλων των πτυχών του προγράμματος των δραστηριοτήτων.
• Αυτό γίνεται με τη χρήση της ικανότητας της προτροπής, των κατάλληλων ερωτήσεων, των παύσεων, των περιλήψεων, του καθρεφτίσματος και της ενσυναίσθησης της δημιουργικής αντιπαράθεσης και της διαπραγμάτευσης με τους συμμετέχοντες μαθητές με τον κατάλληλο τρόπο.
• Το πρόγραμμα των δραστηριοτήτων είναι ενδιαφέρον, ενθαρρυντικό και ευχάριστο.
• Προσφέρει εμπειρίες, είναι αλληλεπιδραστικό και όσο το δυνατόν πιο πρακτικό σε όλη τη διάρκειά του.
• Η κάθε διερεύνηση των θεμάτων αρχίζει από την πλευρά των μαθητών, διευκολύνει την αυτοκαθοδήγηση και προχωρά με το ρυθμό των συμμετεχόντων μαθητών.
• Προβάλλονται παραλληλισμοί μεταξύ του προγράμματος των δραστηριοτήτων και της κατάστασης παροχής βοήθειας όπου αυτό ενδείκνυται και επιβάλλεται.
• Δίνεται προσοχή στην ανάπτυξη της ευθύνης, αυτοεκτίμησης και κατανόησης των συμμετεχόντων μαθητών, επισημαίνοντας, όπου αυτό είναι δυνατόν, τις δυνατότητες, τις επιτυχίες και τις ικανότητές τους.
• Οι εκπαιδευτικοί είναι έτοιμοι να εντοπίσουν και να διερευνήσουν τις δυσκολίες των συμμετεχόντων μαθητών.
• Διευκολύνουν μια προσέγγιση διαχείρισης προβλημάτων για όλα τα θέματα.
• Ενθαρρύνουν τους συμμετέχοντες μαθητές να παρακολουθούν, να ρωτούν και να σκέφτονται προσεκτικά πριν δράσουν.
• Οι εκπαιδευτικοί ενθαρρύνουν τους συμμετέχοντες μαθητές στην προσπάθεια εντόπισης όλων των πιθανών επιλογών για τη δράση ή λύση, παρέχοντας προτάσεις, αν είναι απαραίτητο.
• Όπου είναι δυνατόν, δίνεται η ευκαιρία στους συμμετέχοντες μαθητές να παρατηρούν και να εφαρμόζουν σχετικές ικανότητες σε ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον στο οποίο να είναι διαθέσιμη μια εποικοδομητική ανατροφοδότηση, για να τους βοηθά ώστε να αναπτυχθούν αποτελεσματικά.
• Οι εκπαιδευτικοί λαμβάνουν υπόψη τα δυναμικά της ομάδας των συμμετεχόντων μαθητών, και ως αποτέλεσμα αυτού προσπαθούν να ενισχύσουν τη μάθηση της ομάδας. Η κάθε συνάντηση καθοδηγείται από τον εκπαιδευτικό ο οποίος πάντα αρχίζει θέτοντας τη συγκεκριμένη δραστηριότητα σε πλαίσιο, με την έννοια της ανακεφαλαίωσης των όσων έχουν συμβεί προηγουμένως (την προηγούμενη εβδομάδα ή νωρίτερα) και περιγραφή αυτού που θα
επακολουθήσει όσον αφορά το περιεχόμενο, τη δομή και το σκοπό.
Η συζήτηση είναι όσο το δυνατόν πιο ενδιαφέρουσα και ευχάριστη, ενώ παράλληλα διευκολύνεται, κατά σωκρατικό τρόπο, με την υποβολή ερωτήσεων και τη βοήθεια στους συμμετέχοντες μαθητές ώστε να βρίσκουν οι ίδιοι τις απαντήσεις. Επαφίεται στην κρίση των εκπαιδευτικών της ομάδας των συμμετεχόντων μαθητών να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε δημιουργική μέθοδο για να συμμετέχουν τα μέλη της ομάδας. Όλες οι συνεισφορές αναγνωρίζονται, γίνονται σεβαστές και επαινούνται δεόντως. Η διερεύνηση κάθε συνεισφοράς μπορεί να γίνει με την υποβολή περαιτέρω ερωτήσεων ή με την ενθάρρυνση με άλλους τρόπους (π.χ., «τι εννοείς με αυτό;» ή «εξήγησε αυτό λίγο περισσότερο» ή «γιατί νομίζεις ότι αυτό είναι σημαντικό;»). Τα κυριότερα αναζητηθέντα σημεία συγκεντρώνονται γραπτώς σε έναν πίνακα, ώστε να είναι συγχρόνως ορατά σε όλους. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν και πίνακες με χαρτιά, αν και είναι δύσκολο να συγκεντρώσει κανείς όλες τις πληροφορίες μιας συζήτησης σε μία μόνο σελίδα. Ενδέχεται να είναι δύσκολο να δομηθούν επαρκώς και σαφώς στο διάγραμμα όλα τα σημεία, αλλά χρειάζεται να καταβληθεί μια προσπάθεια να γίνει αυτό, πιθανώς με τη χρήση ενός διαγράμματος σε μορφή ιστού. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι να διευθύνει και να συμβάλλει στη συστηματοποίηση της συζήτησης της ομάδας, προσφέροντας τη δική του γνώση όπου αυτό ενδείκνυται, απαιτείται και θεωρείται κατάλληλο.
Αυτό θα οδηγήσει στη διατήρηση της συζήτησης της ομάδας, στην αναζήτηση των ιδεών και των γνώσεων των μαθητών-μελών της, στη διεξαγωγή της συζήτησης κατά τρόπο ενδιαφέροντα και ζωντανό και στην παροχή βοήθειας στα μέλη ώστε να σκεφτούν και να αναπτύξουν καθένα από τα θέματα με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες. Ο εκπαιδευτικός επιτρέπει άμεση πολυμερή συζήτηση μεταξύ των διαφόρων μελών της ομάδας χωρίς να τα διακόπτει, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε φορά μιλά μόνο ένα παιδί και τα άλλα ακούν. Μια τέτοια συζήτηση συχνά προάγει τη συμμετοχή στο θέμα. Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των συμμετεχόντων μαθητών πρέπει να αντιμετωπίζονται προσεκτικά ώστε να προωθείται η διαδικασία της μάθησης. Για να είναι αποτελεσματικός ο εκπαιδευτικός οφείλει να έχει μια σαφή αντίληψη της ερώτησης και να έχει συνεχώς υπόψη τους στόχους και την εστίαση της δραστηριότητας. Ο πραγματικός στόχος είναι να βοηθηθεί η ομάδα των μαθητών ώστε να διερευνήσει το συγκεκριμένο πρόβλημα ή θέμα όσο το δυνατόν πιο λεπτομερειακά και βαθιά. Αυτό διευκολύνεται από τον εκπαιδευτικό με το να έχει υπόψη μόνο μια γενική ερώτηση και να βοηθά την ομάδα στην προσπάθεια να απαντήσει. Για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται αρκετή προετοιμασία σε σχέση με το περιεχόμενο κάθε δραστηριότητας. Αυτό σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός έχει σχέση με τη γνώση, τη θεωρία, τις μεθόδους και την έρευνα στο συγκεκριμένο πεδίο, και ίσως μπορεί να διαμορφώσει μια λεπτομερή και εμπεριστατωμένη απάντηση για δική του χρήση, με σκοπό την καθοδήγηση της συζήτησης. Η απάντηση αυτή δε δίνεται στους συμμετέχοντες μαθητές, αλλά απλώς χρησιμοποιείται ως μέσο καθοδήγησης της διερεύνησης της ομάδας. Στο τέλος κάθε δραστηριότητας ο εκπαιδευτικός είναι θετικό να επιχειρεί να κάνει μια ανακεφαλαίωση στα κυριότερα σημεία της. Η ανακεφαλαίωση είναι πολύ σύντομη, με την αναφορά μόνο των πιο σημαντικών συμπερασμάτων. Αυτό θα συμβεί, ανεξαρτήτως του αν τα θέματα έχουν συζητηθεί εκτενώς ή όχι. Δεν προϋποτίθεται ότι κάθε θέμα θα διερευνηθεί πλήρως στη διάρκεια του διαθέσιμου χρόνου, αλλά μόνο ότι η ομάδα θα προχωρήσει όσο μακρύτερα μπορεί στη διερεύνηση κατά το διαθέσιμο χρόνο. Ο εκπαιδευτικός μπορεί να επισημάνει μέχρι ποιου σημείου καλύφθηκε το θέμα, καθώς και τα τυχόν υπολειπόμενα προβλήματα.

Έργο και ρόλοι του εκπαιδευτικού

Γενικά οι εκπαιδευτικοί απαιτείται να επιδεικνύουν σε μεγάλο βαθμό τις ικανότητες στην ανάπτυξη των οποίων στοχεύει το πρόγραμμα διαθέτοντας σεβασμό και ενσυναίσθηση, ειλικρίνεια και ενθουσιασμό. Αυτό προϋποθέτει: να ακούν προσεκτικά τις σκέψεις και τα συναισθήματα των συμμετεχόντων μαθητών, να τους καθοδηγούν όπως αυτό είναι αναγκαίο, να είναι ενθαρρυντικοί και υποστηρικτικοί, αλλά και προκλητικοί ώστε να βοηθήσουν την ομάδα να διερευνήσει η ίδια τις αρχές που υιοθετούνται, καθώς και τις ικανότητες και ιδιότητες που αποτελούν το αντικείμενο της εξάσκησης. Παράλληλα να βρίσκουν ευκαιρίες ώστε να επαινούν τους συμμετέχοντες μαθητές και το σύνολο της ομάδας όσο το δυνατόν συχνότερα, αλλά ταυτόχρονα να μπορούν να εντοπίζουν προβλήματα και δυσκολίες, καθώς και να τα συζητούν όσο ανοιχτά είναι αναγκαίο.
 Εξ ορισμού ο ρόλος των εκπαιδευτικών είναι η διευκόλυνση της διερεύνησης από τους συμμετέχοντες μαθητές, με τους ίδιους να οδηγούν, να διευθύνουν και να οργανώνουν την ομάδα ως σύνολο. Γενικά αυτό εμπλέκει τους εκπαιδευτικούς στο ακόλουθο έργο:
• Να προετοιμάζουν προσεκτικά όλες τις πτυχές του προγράμματος των δραστηριοτήτων, ώστε να είναι σαφές τι προσπαθούν να μεταδώσουν.
• Να θέτουν κάθε μέρος του προγράμματος δραστηριοτήτων (στο σύνολο ή τμήματα) στο πλαίσιο του τι έχει ήδη συμβεί και να παρέχουν πληροφορίες για ό,τι έχει ήδη καλυφθεί.
• Να εξηγούν το στόχο της τρέχουσας δραστηριότητας και να δίνουν σαφείς οδηγίες στους συμμετέχοντες μαθητές γι’ αυτό που πρόκειται να συμβεί.
• Να διευκολύνουν την πραγματοποίηση των δραστηριοτήτων με την αρχική υποβολή μιας γενικής ερώτησης και, στη συνέχεια, με τη βοήθεια προς τους συμμετέχοντες μαθητές να δίνουν απαντήσεις.
• Να επιτρέπουν σε ένα μαθητή να απαντήσει κατά προτίμηση μόνο επί ενός κύριου σημείου κάθε φορά. Αυτό συνεπάγεται να λαμβάνεται υπόψη η απάντηση, να σχολιάζεται και να προσφέρεται προς συζήτηση πριν ζητηθούν περαιτέρω απαντήσεις στην κύρια ερώτηση από άλλους μαθητές.
• Να καταγράφουν τα κύρια σημεία που θα αναδειχθούν σε έναν πίνακα ή διαφανοσκόπιο και να συστηματοποιούνται όσο το δυνατόν σαφέστερα.
• Να εξάγουν κύρια συμπεράσματα στο τέλος της κάθε δραστηριότητας.
• Να διευκολύνουν την οργάνωση της ομάδας των μαθητών όσο το δυνατόν διακριτικότερα.
• Να τηρούν το χρόνο για όλη την ομάδα.
• Να προσπαθούν να εξασφαλίσουν ότι το πρόσωπο που έχει δυσκολίες δεν υπονομεύεται ή υποτιμάται από κριτική, ανεξαρτήτως του πόσο αυτή νοείται ως εποικοδομητική.
• Να διευκολύνουν τις συζητήσεις επανατροφοδότησης.
 • Να συνεισφέρουν στη συζήτηση με όποιο τρόπο είναι αναγκαίο, να αποσαφηνίζουν τις παρατηρήσεις τους και να συνοψίζουν τα κύρια σημεία.

Συνοπτική παρουσίαση των Εργαστηρίων με τους μαθητές για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο

Οι γενικοί στόχοι των προτεινόμενων δραστηριοτήτων, που πραγματοποιούνται με τη μορφή εργαστηρίων, είναι:
1. η κατανόηση, η ευαισθητοποίηση, η πρόληψη του φαινομένου του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο, και
2. η ανάπτυξη ψυχοπαιδαγωγικών παρεμβάσεων διαχείρισης περιστατικών
εκφοβισμού και βίας στο σχολείο.
Για την υλοποίηση των παραπάνω γενικών στόχων, οι εκπαιδευτικοί προτείνεται να οργανώσουν και να εφαρμόσουν 11 Εργαστήρια για μαθητές, διάρκειας 90 ́ το καθένα, όπου θα αναπτύξουν ισάριθμα σχέδια εργασίας. Το κάθε  Εργαστήριο έχει: δομή, θεματολογία, στόχους, μεθόδους υλοποίησης, υλικά μέσα εφαρμογής, και δραστηριότητες. Στην αρχή κάθε Εργαστηρίου γίνεται:
• αναφορά στους στόχους,
• εισαγωγή και σύνδεση με τα προηγούμενα, και
• αναφορά στις δραστηριότητες, στις μεθόδους και στα υλικά μέσα εφαρμογής.
Στο τέλος του Εργαστηρίου πραγματοποιείται:
• σύνοψη,
• αξιολόγηση,
• ενημέρωση για το περιεχόμενο του επόμενου Εργαστηρίου.
Ειδικότερα η θεματολογία και οι στόχοι των Εργαστηρίων είναι:
1ο Εργαστήριο
Α. Θεματολογία:
«Ενημέρωση για το πρόγραμμα»
Β. Στόχοι:
1. Να ενημερωθούν οι μαθητές για το πρόγραμμα το οποίο θα υλοποιήσουν.
2. Να ενισχυθεί το κλίμα εμπιστοσύνης και ασφάλειας που θα λειτουργήσει υποστηρικτικά για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος.
2ο Εργαστήριο
Α. Θεματολογία:
«Υπογραφή συμβολαίου»
Β. Στόχοι:
1. Να ενισχυθεί το κλίμα εμπιστοσύνης και ασφάλειας που θα λειτουργήσει υποστηρικτικά για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος.
2. Να διατυπωθούν οι βασικοί κανόνες για τη λειτουργία της ομάδας, να εξασφαλιστεί η συναίνεση των παιδιών και να υπογραφεί το συμβόλαιο.
3ο Εργαστήριο
Α. Θεματολογία:
«Μιλώντας για τον εκφοβισμό και τη βία
στο σχολείο»
Β. Στόχοι:
1. Να κατανοήσουν οι μαθητές το φαινόμενο του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο.
2. Να μιλήσουν με αφορμή ένα κείμενο για τις καταστάσεις και τα πρόσωπα της ιστορίας και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους.
3. Να κατονομάσουν τις αρνητικές επιπτώσεις του φαινομένου.
4ο Εργαστήριο
Α. Θεματολογία:
«Ενσυναίσθηση και αλληλεγγύη»
Β. Στόχοι:
1. Να μιλήσουν οι μαθητές για τους ρόλους που υιοθετούν όταν βρίσκονται παρόντες σε περιστατικά εκφοβισμού και βίας.
2. Να ενισχυθούν η ενσυναίσθηση και η αλληλεγγύη.
5ο Εργαστήριο
Α. Θεματολογία:
«Διαφορετικότητα»
Β. Στόχοι:
1. Να οξυνθεί η δυνατότητα των μαθητών να εντοπίζουν τις ομοιότητες και τις
διαφορές των ατόμων.
2. Να ενθαρρυνθεί η αποδοχή της διαφορετικότητας των ατόμων.
3. Να καλλιεργηθεί η δυνατότητα να χρησιμοποιούν αλληλοσυμπληρωματικά και δημιουργικά τη διαφορετικότητα.
6ο Εργαστήριο
Α. Θεματολογία:
«Κατανόηση του φαινομένου του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο: οι ρόλοι των εμπλεκομένων»
Β. Στόχοι:
1. Να κατανοήσουν οι μαθητές τους διάφορους ρόλους σε φαινόμενα εκφοβισμού και βίας στο σχολείο.
2. Να σκεφτούν ποια είναι τα χαρακτηριστικά του θύτη, του θύματος και του παρατηρητή.
7ο Εργαστήριο
Α. Θεματολογία:
«Επιπτώσεις του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο»
Β. Στόχοι:
1. Να γίνουν κατανοητές οι επιπτώσεις του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο.
2. Να αναγνωριστούν οι συμπεριφορές και τα συμπτώματα που μπορεί να οφείλονται στο φαινόμενο αυτό.
8ο Εργαστήριο
Α. Θεματολογία:
«Αντιμετώπιση του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο – Ι»
Β. Στόχοι:
1. Να ευαισθητοποιηθεί και να κινητοποιηθεί η μαθητική κοινότητα τόσο σε επίπεδο συναισθηματικό, όσο και σε επίπεδο συμπεριφοράς σε σχέση με περιστατικά εκφοβισμού και βίας στο σχολείο.
2. Να προταθούν από τους μαθητές αποτελεσματικοί τρόποι αντιμετώπισης του φαινομένου.
3. Να συζητηθεί ο ρόλος των συμμαθητών, των δασκάλων και των γονέων σε περιστατικά εκφοβισμού και βίας στο σχολείο
4. Να δοθεί έμφαση στο ότι η κοινοποίηση περιστατικών εκφοβισμού εκ μέρους των μαθητών δεν αποτελεί «κάρφωμα».
9ο Εργαστήριο
Α. Θεματολογία:
«Αντιμετώπιση του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο – ΙΙ: Η δύναμη της ομάδας»
Β. Στόχοι:
1. Να ευαισθητοποιηθεί και να κινητοποιηθεί η μαθητική κοινότητα τόσο σε επίπεδο συναισθηματικό, όσο και σε επίπεδο συμπεριφοράς σε σχέση με περιστατικά εκφοβισμού και βίας που αφορούν άλλους μαθητές.
2. Να καλλιεργηθεί με ενεργητικό βιωματικό τρόπο ο ουσιαστικός ρόλος που μπορεί να έχει η ομάδα των μαθητών ως φορέας πρωτογενούς και δευτερογενούς πρόληψης για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου.
10ο Εργαστήριο
Α. Θεματολογία:
«Μιλώντας στους γονείς για τον εκφοβισμό και τη βία στο σχολείο: προετοιμασία της συνάντησης»
Β. Στόχοι:
1. Να συνοψιστούν οι βασικές διαστάσεις του φαινομένου, όπως παρουσιάστηκαν στα προηγούμενα Εργαστήρια.
2. Να αξιοποιηθεί η γνώση των μαθητών για τον εκφοβισμό και τη βία στο σχολείο, σε εικαστικές ή άλλες δημιουργικές δραστηριότητες.
3. Να οργανωθεί η συνάντηση με τους γονείς.
11ο Εργαστήριο
Α. Θεματολογία:
«Αξιολόγηση του προγράμματος»
Β. Στόχοι:
1. Να σκεφτούν και να συζητήσουν οι συμμετέχοντες για την εμπειρία τους στο πρόγραμμα.
2. Να αξιολογήσουν το πρόγραμμα.
3. Να εκτιμήσουν τη συμμετοχή τους στα Εργαστήρια.
4. Να μιλήσουν για τα συναισθήματά τους σε όλη την πορεία του προγράμματος.
5. Να αναγνωρίσουν τα συναισθήματά τους για κάτι που τελειώνει. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να έχει ξεκάθαρη τη γνώση ότι κυρίαρχη αντίληψη στη φιλοσοφία των Εργαστηρίων είναι η έμφαση στις σχέσεις και στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μαθητών, καθώς και μεταξύ μαθητών και δασκάλου. Δεν πρόκειται για μια «τεχνική» διαδικασία που εξελίσσεται στα πλαίσια των Εργαστηρίων, αλλά για μια συναισθηματική εμπειρία. Κατά συνέπεια η απόκτηση κοινωνικών δεξιοτήτων και η οποιαδήποτε διαμόρφωση ή τροποποίηση στάσεων εξαρτώνται σε μέγιστο βαθμό από την ποιότητα των σχέσεων και των αλληλεπιδράσεων.

Συναντήσεις Γονέων

Η σύγχρονη εκπαιδευτική έρευνα αποκαλύπτει ότι τα πιο αποτελεσματικά προγράμματα αγωγής υγείας στο σχολείο είναι εκείνα που εμπλέκουν δημιουργικά τους γονείς των μαθητών, θεσμικά πρόσωπα, πρόσωπα κύρους, καθώς και φορείς της κοινότητας. Αυτή ακριβώς είναι και η καινοτομία του προγράμματος. Δηλαδή η εμπλοκή των γονέων στην υλοποίηση των Σχεδίων Εργασίας ώστε οι μαθητές να έχουν την ευκαιρία να μοιράζονται μαζί τους τις εμπειρίες τους και εκτός σχολείου. Με το σκεπτικό αυτό η συμμετοχή των γονέων, πέρα από τις πρακτικές διευκολύνσεις που μπορεί να προσφέρει, συμβάλλει σημαντικά στην αποτελεσματικότητα του προγράμματος. Προτείνονται δύο συναντήσεις για γονείς όπου η θεματολογία και οι στόχοι των Εργαστηρίων έχουν ως εξής:
1η Συνάντηση για γονείς
Α. Θεματολογία:
«Ενημέρωση για το φαινόμενο του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο»
Β. Στόχοι:
1. Να ενημερωθούν οι γονείς για το φαινόμενο του εκφοβισμού και της βίας στο σχολείο.
2. Να συζητήσουν για την πρόληψη και τη διαχείριση των περιστατικών.
3. Να ενημερωθούν για την υλοποίηση των Σχεδίων Εργασίας.
4. Να εξασφαλιστεί η συναίνεση των γονέων για τη συμμετοχή των παιδιών. Αυτή η πρώτη συνάντηση με τους γονείς προτείνεται να πραγματοποιηθεί 15 μέρες πριν από την έναρξη των Εργαστηρίων. Η συμμετοχή και των δύο γονέων κρίνεται απαραίτητη.
2η Συνάντηση για γονείς
Α. Θεματολογία:
«Εκδήλωση παρουσίασης του τελικού προϊόντος»
Β. Στόχοι:
1. Να παρουσιαστεί το τελικό προϊόν.
2. Να γίνει η παρουσίαση και διάχυση των αποτελεσμάτων.
Η συνάντηση αυτή είναι μια γιορτή. Οι γονείς καλούνται να συμμετέχουν σε μια εκδήλωση παρουσίασης του τελικού προϊόντος και να ακούσουν τα αποτελέσματα του προγράμματος. Με
αυτό τον τρόπο μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικοί έχουν τη δυνατότητα να ανταλλάξουν απόψεις και εμπειρίες, να συζητήσουν για τις δυσκολίες, αλλά κυρίως να νιώσουν τη χαρά και την ικανοποίηση της δημιουργίας.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ
1.      Αρτινοπούλου Βάσω, 2010, Η σχολική διαμεσολάβηση. Εκπαιδεύοντας τους μαθητές στη διαχείριση της βίας και του εκφοβισμού εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη

3.      Rigby, K., 2008, Σχολικός εκφοβισμός, εκδ.Τόπος

4.      Olweus, D., 2009, Εκφοβισμός και βία στο σχολείο, εκδ. ΕΨΥΠΕ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου