Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Σήμερα, 4 Αυγούστου 2010, αποφάσισα να ανεβάσω στο μπλογκ μου τη φοιτητική μου εργασία για το κίνημα της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά.

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Μάθημα : Νεότερη Ελληνική Ιστορία ΙΙΙ

Διδάσκων : Μοσχόπουλος Γεώργιος

Παν. Έτος : 2002 – 2003

Θέμα : Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά : Προετοιμασία για την αντιμετώπιση του Άξονα (Ιταλία – Γερμανία) 1940 - 1941
Φοιτητής : Μπλέτσας Χρήστος Α. Μ. : 2967 Έτος : Γ΄
Πάτρα Μάιος 2003

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το ερευνητικό πρόβλημα που πραγματεύεται η εργασία είναι η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά («4η Αυγούστου») και η προετοιμασία της Ελλάδας για την αντιμετώπιση των Δυνάμεων του Άξονα ( Ιταλία – Γερμανία ) κατά τον πόλεμο του 1940 – 1941.
Στην εργασία αυτή γίνεται προσπάθεια να εκτιμηθούν και να καταγραφούν οι προσπάθειες του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου να αντιμετωπίσει τον ορατό (και στον πλέον καλοπροαίρετο παρατηρητή) κίνδυνο εμπλοκής της Ελλάδας στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, του πλέον αδικαιολόγητου και αιματηρού πολέμου όλων των εποχών!
Είναι γνωστές οι συνέπειες που είχε για τον ελληνικό λαό η απόφασή του να αντισταθεί και να αντιμετωπίσει « με την ελπίδα του γενναίου και το θάρρος του τρελού… » τις πανίσχυρες και αήττητες μέχρι τότε Δυνάμεις του Άξονα, επομένως είναι πολύ σημαντικό να μελετήσει κανείς ποια ήταν τα εφόδια (υλικά και μη) τα οποία παρείχε το καθεστώς στα Ελληνόπουλα του 1940 που τόλμησαν να ορθώσουν το ανάστημά τους σε δύο από τις μεγαλύτερες πολεμικές μηχανές της εποχής ( Ιταλία – Γερμανία ) και να σηκώσουν στις πλάτες τους το βάρος του ονόματος, της ιστορίας και της τιμής ενός ολόκληρου έθνους…
Οι πηγές από τις οποίες αντλούνται οι πληροφορίες που χρησιμοποιώ στην εργασία μου προέρχονται στη συντριπτική τους πλειοψηφία από Έλληνες ιστορικούς, συγγραφείς και αρθρογράφους, από επιστήμονες με αναγνωρισμένα υψηλό επίπεδο κύρους και αξιοπιστίας και οι οποίο εξετάζουν το ζήτημα σφαιρικά, κριτικά και αντικειμενικά και σίγουρα απαλλαγμένοι από διαστρεβλωτικά ιδεολογικά πρίσματα που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υπηρετήσουν την επιστήμη της Ιστοριογραφίας
Μοναδικός στόχος της εργασίας είναι η αναζήτηση της αλήθειας και η προσπάθεια εξιστόρησης των γεγονότων με όσο το δυνατόν πιο κατανοητό και γλαφυρό τρόπο. Είναι πάρα πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε την αλήθεια γιατί μόνο έτσι μπορούμε, συγκρίνοντας τα γεγονότα με τη σύγχρονη πολιτικοοικονομική – κοινωνική πραγματικότητα να κατανοήσουμε και να εξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Άλλωστε, όπως πολύ σοφά έλεγαν οι πρόγονοί μας, οι αρχαίοι Έλληνες : « Όλβιος εστί όστις έσχεν Ιστορίας μάθησιν ».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Ο Ιωάννης Μεταξάς, πολιτικός και στρατιωτικός από την Ιθάκη, ήταν ο πρωθυπουργός της Ελλάδας και ηγέτης του καθεστώτος της «4ης Αυγούστου» κατά την κρίσιμη περίοδο 1936 – 1941. Το όνομά του έχει συνδεθεί άρρηκτα με την ιστορική διαδρομή του καθεστώτος και ιδιαίτερα με την απόφαση του ελληνικού έθνους να αντισταθεί στις δυνάμεις του Φασισμού και του Ναζισμού. Υπό το πρίσμα αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και σημαντικό για την παρούσα εργασία να εξετάσουμε τη ζωή και τον ιδεολογικό προσανατολισμό της σκέψης αυτού του τόσο σημαντικού ιστορικού προσώπου.
Ο Ιωάννης Μεταξάς γεννήθηκε στην Ιθάκη στις 12/21 Απριλίου 1871.[1] Ήταν γιος του έπαρχου της Ιθάκης (και απόγονου του κεφαλληνιακού κλάδου της βυζαντινής οικογένειας των Αντζουλακάτων) Παναγή Μεταξά και της Ελένης Τρυγώνη.[2] Το 1885 γράφτηκε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ), απ’ όπου και αποφοίτησε το 1890 με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του Μηχανικού. Αργότερα, με τη βοήθεια της βασιλικής οικογένειας, συνέχισε τις στρατιωτικές του σπουδές στη Γερμανία, γεγονός που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τόσο τη στρατιωτική, όσο και την πολιτική του σκέψη. Ήταν παντρεμένος με τη Λέλα και είχε δύο κόρες : τη Λουκία, σύζυγος του Γ. Μαντζούφα, και την Ιωάννα, σύζυγος του γιατρού και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Ευάγγελου Φωκά.[3]
Ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού έλαβε μέρος στον «ατυχή» ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912 – 1913, ως επιτελικός αξιωματικός, καθώς και στην εκστρατεία στην Ουκρανία το 1919. Αρνήθηκε να συμμετάσχει στη Μικρασιατική Εκστρατεία του 1919 – 1922 ( γεγονός για το οποίο κατηγορήθηκε αργότερα από τους πολιτικούς του αντιπάλους ) καθώς είχε διαβλέψει, ως ικανός και έμπειρος στρατιωτικός, την επερχόμενη καταστροφή που είχε προκαλέσει η εγωιστική και αδιέξοδη εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεων της περιόδου 1917 – 1922.
Ο Μεταξάς ως στρατιωτικός επέδειξε μεγάλες αρετές όπως προνοητικότητα, οξυδέρκεια, θάρρος και αποφασιστικότητα. Το 1922 αποστρατεύτηκε οριστικά από τον Ελληνικό Στρατό και επεδίωξε να ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική.[4]
Το 1923 συνεργάστηκε με την ηγεσία της αντεπανάστασης (κίνημα Γαργαλίδη – Λεονταρόπούλου ), μετά την αποτυχία της οποίας, δραπέτευσε στο εξωτερικό και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Ωστόσο, το 1924, μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας από τη Δ΄ Εθνοσυνέλευση και τη διενέργεια δημοψηφίσματος με το οποίο καταργήθηκε η Βασιλεία, ο Μεταξάς επανήλθε στην Ελλάδα αφού πρώτα «ορκίστηκε πίστη στο νέο πολίτευμα».[5]
Το Νοέμβριο του 1921 ίδρυσε το «Κόμμα των Ελευθεροφρόνων» του οποίου ηγήθηκε σε αρκετές εκλογικές «μάχες» κατά την περίοδο 1921 – 1936. Συμμετείχε σε πολλές κυβερνήσεις της προαναφερθείσης περιόδου ως υπουργός ( Συγκοινωνιών, Εσωτερικών κ.α.) και αποδείχτηκε ιδιαίτερα εργατικός και δραστήριος. Μεγαλύτερη εκλογική επιτυχία της πολιτική του καριέρας ήταν οι εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926 κατά τις οποίες το «Κόμμα τον Ελευθεροφρόνων» κατάφερε να εκλέξει 52 βουλευτές[6], ωστόσο λίγες φορές κατάφερε να εκλέξει περισσότερους από 7, ενώ δεν έλειψαν και οι εκλογικές διαδικασίες κατά τις οποίες ο Μεταξάς απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής, μετά από τις οποίες πάντοτε ορκιζόταν ότι δε θα ξανααγωνιζόταν στον πολιτικό στίβο![7] Μάταια όμως…
Το 1936 είναι η χρονιά που αναδύθηκε τι άστρο του Μεταξά. Εκμεταλλευόμενος αφενός τη στενή του φιλία και συνεργασία (μετά από πολλές μεταβολές και διακυμάνσεις) με τον Βασιλιά των Ελλήνων Γεώργιο Β΄ (ο οποίος είχε ανακτήσει το θρόνο του με δημοψήφισμα το 1935), αφετέρου τους θανάτους των Ελευθερίου Βενιζέλου (18/3/1935), Γεωργίου Κονδύλη (αρχές 1936), Κωνσταντίνου Δεμερτζή (13/4/1936) και Παναγή Τσαλδάρη (17/5/1936) και τη μόνιμη αδυναμία των δύο μεγαλύτερων παρατάξεων να συνεννοηθούν και να εκλέξουν πρωθυπουργό κοινής αποδοχής, ο Μεταξάς στις 14/4/1936 ορκίζεται πρωθυπουργός, αφού έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή με 241 ψήφους ΥΠΕΡ, 16 ΚΑΤΑ και 4 αποχές.[8] Αυτή είναι η μεγαλύτερη στιγμή της πολιτικής καριέρας του Μεταξά, μέχρι την επόμενη…
Ο δραστήριος πολιτικός δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτό, αλλά τη νύχτα της 3ης προς 4η Αυγούστου 1936, σε συνεννόηση και με το Βασιλιά, κατήργησε τη Βουλή και εγκαθίδρυσε δική του δικτατορία, αφού, βέβαια, ανέστειλε μερικά άρθρα του Συντάγματος (τα άρθρα 5,6,10,11,12,14,20,95).[9] Η επίσημη δικαιολογία για την ενέργειά του αυτή ήταν ότι «υπήρχε κίνδυνος διασάλευσης της δημοσίας τάξεως» (Κομμουνιστές), ότι το κοινοβουλευτικό πολίτευμα είχε οδηγήσει τη χώρα σε αδιέξοδο και ότι οι ραγδαίες διεθνείς εξελίξεις δημιουργούσαν την ανάγκη για ύπαρξη μιας σοβαρής και ισχυρής κυβέρνησης.[10]
Η περίοδος της διακυβέρνησης του Μεταξά είναι αναμφίβολα από τις πιο σκοτεινές της σύγχρονης ιστορίας του ελληνικού κράτους. Παρόλαυτα το όνομά του έχει συνδεθεί άρρηκτα με τη γενναία απάντηση που έδωσε ο ίδιος, εξ ονόματος του ελληνικού λαού, στην ιταμή απαίτηση των Ιταλών για άμεση παράδοση της χώρας στις δυνάμεις του Φασισμού!
Ο θάνατος του Ιωάννη Μεταξά επήλθε «μυστηριωδώς» στις 06:00 της 29ης Ιανουαρίου 1941 στην Αθήνα, μετά από ολιγοήμερη ασθένεια (παραμυγδαλικό απόστημα) η οποία τον οδήγησε στο χειρουργείο, μετά το πέρας του οποίου παρουσίασε τοξιναιμικές επιπλοκές (γαστρορραγία, ουρία κ.α.).[11] Η απώλειά του άφησε ένα μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό στην ηγεσία του καθεστώτος. Ο Μεταξάς πέθανε την κορυφαία στιγμή της ζωής του, δημοφιλής και δοξασμένος όσο ποτέ, στεφανωμένος με τις δάφνες της νίκης, απαραίτητος όσο κανείς άλλος τις κρίσιμες εκείνες στιγμές που περνούσε το έθνος, τα παιδιά του οποίου «μάχονταν το Φασισμό» στα χιονισμένα βουνά της Βορείου Ηπείρου κι ενώ οι σιδηρόφρακτες Μεραρχίες των Ναζιστών προετοιμάζονταν να επιτεθούν από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.
Ο αντίκτυπος του θανάτου του Ιωάννη Μεταξά στο Εξωτερικό μπορεί πολύ γλαφυρά να περιγραφεί μέσα από το τηλεγράφημα του πρακτορείου Ρόιτερ με το οποίο αναγγελλόταν στο ευρύ κοινό ο θάνατος του Έλληνα πρωθυπουργού :[12] « Εις όλα τα κυβερνητικά κτήρια του Λονδίνου κυματίζουν σήμερον 31 Ιανουαρίου μεσίστιοι σημαίαι δια τον θάνατον του Έλληνος πρωθυπουργού Ιωάννου Μεταξά. Πρέπει να σημειωθεί ότι είναι η δεύτερη φορά κατά την οποία αποδίδεται τοιαύτη τιμή κατ’ εξαίρεσιν εις μη αρχηγόν κράτους. Δια πρώτην φοράν εγένετο τούτο όταν εκηδεύθη ο στρατηγός Φος ».
1.2 Η ιδεολογία του Ιωάννη Μεταξά
Ο Ιωάννης Μεταξάς, όπως φαίνεται και μέσα από το βιογραφικό του ήταν εκ πεποιθήσεως άκρως συντηρητικός πολιτικός και άνθρωπος που είχε αφιερώσει τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδας με τρόπο έντιμο, αγνό και απόλυτο. Η προσφορά στην πατρίδα ήταν γι’ αυτόν στάση ζωής, δεν είναι άλλωστε παράδοξο το γεγονός ότι δεν απέκτησε κανένα περιουσιακό στοιχείο κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του, αντίθετα διατήρησε τον μικροαστικό τρόπο ζωής και δράσης ως και το θάνατο του.
Γενικά ήταν άνθρωπος με ευθυκρισία, οξυδέρκεια και ήξερε να προσαρμόζεται στις συνθήκες, όταν αυτό εξυπηρετούσε το συμφέρον του τόπου. Αν και η τύχη του συνδέθηκε άρρηκτα με το θεσμό της Βασιλείας, ο Μεταξάς δεν ήταν ανέκαθεν υπέρμαχος της : το 1897, νεαρός ανθυπολοχαγός του Μηχανικού τότε, λοιδορούσε τον τότε Βασιλιά για την έλλειψη δυναμισμού και αποφασιστικότητας, με τον καιρό είδε τα πράγματα διαφορετικά, ρεαλιστικά και ψύχραιμα και ταύτισε την τύχη του με αυτή του θεσμού της Βασιλείας μέχρι του σημείου να γίνει ο πιο πιστός της σύμμαχος.
Ο Μεταξάς πίστευε ολόψυχα πως ο μόνος τρόπος να ανακτήσει το Ελληνικό Έθνος τη θέση που είχε κάποτε στο παγκόσμιο στερέωμα ήταν να υιοθετήσει τον τρόπο σκέψης, τα ιδανικά και τις αξίες που διέπνεαν τους αρχαίους Έλληνες. Πίστευε στην αναγκαιότητα διατήρησης της πολιτιστικής και εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων, η οποία θα τους εξασφάλιζε παράλληλα και την πολιτιστική – οικονομική ευημερία που τόσο είχαν ανάγκη. Είχε επηρεαστεί από τον πρωσικό μιλιταρισμό κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία όμως στεκόταν απέναντι του κριτικά και στοχαστικά χωρίς να τον υιοθετεί άκριτα και απόλυτα.
Ως ιδεολογικό πρότυπο είχε τη σύνδεση του παλιού με το καινούριο. Το ιδεολογικό πλαίσιο στο οποίο κινείτο η σκέψη του ήταν το κράμα της αρχαίας Σπάρτης, της Μακεδονίας του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μαζί, βέβαια, με τις πνευματικές και τεχνολογικές κατακτήσεις του σύγχρονου κόσμου. Από τη Σπάρτη τον ενέπνεε η απόλυτη πειθαρχία, από τη Μακεδονία η πίστη στη διάνοια και τη δύναμη του ηγέτη - βασιλιά και από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το θρησκευτικό συναίσθημα. Αυτά τα στοιχεία σε συνδυασμό με τις πνευματικές κατακτήσεις του σύγχρονου πολιτισμού πίστευε ότι μπορούσαν να καταξιώσουν και πάλι ένα έθνος με ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων και που ανέκαθεν διατηρούσε την ελπίδα και τον πόθο να επιδείξει τις αρετές και την αξία του σε όλους. Ο Μεταξάς ήταν βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος είχε ως πρότυπο ζωής τη χριστιανική διδασκαλία, το <<ζην>> με σύνεση και εγκράτεια και είχε κάνει το θεωρητικό πλαίσιο του Χριστιανισμού πράξη.
Αναφορικά με την οικονομική και κοινωνική πολιτική της Ελλάδας ο Κεφαλλονίτης πολιτικός οραματιζόταν ένα κράτος εργατικό και αγροτικό με ισχυρά μικρομεσαία στρώματα και σαφείς αντιπλουτοκρατικούς προσανατολισμούς που άλλωστε δεν συνάδουν με την χριστιανική κοσμοθεωρία, η οποία προτείνει σύνεση και εγκράτεια. Στόχος του ήταν η με κάθε τρόπο ανακούφιση και ενίσχυση των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων των οποίων ένιωθε μέλος καθώς δε φαίνεται να θεωρούσε τον εαυτό του γόνο οικογένειας με αριστοκρατική καταγωγή αλλά ένιωθε περισσότερο άτομο με αστική συνείδηση και δράση. Ακόμη επεδίωξε την εδραίωση της Βασιλείας και έθεσε ως μακροπρόθεσμο στόχο της διακυβέρνησης του την ανάδειξη του <<Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού >> , όπως και ο ίδιος είχε ονομάσει το πολιτιστικό πλαίσιο στο οποίο οραματιζόταν να κινηθεί η ελληνική κοινωνία.[13]
Τέλος, όσον αφορά την εξωτερική πολιτική της χώρας ο Μεταξάς επέδειξε αξιόλογη δράση. Δόγμα του ήταν η φράση <<η θέση της Ελλάδας είναι εκεί που βρίσκεται το συμφέρον της !>>. Αυτό, αν και ακούγεται καιροσκοπικό και χρησιμοθηρικό, ωστόσο είναι απόλυτα ρεαλιστικό και ορθό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πολιτική των κρατών αλλάζει μαζί με τα συμφέροντα, θα ήταν, λοιπόν, τουλάχιστον επικίνδυνα γραφικό και ανόητό να βασίζει ένα κράτος τις συμμαχίες του σε ιδεολογικές συγγένειες ή πολιτιστικές ταυτότητες. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που προδοθήκαμε από <<συμμάχους>> που ξέχασαν όρκους και δεσμεύσεις όταν τα γεγονότα εξελίσσονταν εις βάρος τους (βλέπε: Μικρασιατική καταστροφή 1922).
Ο Μεταξάς από πάρα πολλές πηγές χαρακτηρίζεται «γερμανόφιλος» και « φασίστας ». Η αλήθεια όμως είναι ότι ούτε ποτέ έδειξε έμπρακτα τις «γερμανόφιλες» τάσεις του, ούτε οπαδός του φασισμού θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Εξάλλου το καθεστώς της «4ης Αυγούστου» απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί φασιστικό γιατί, εξαιρουμένης της απαράδεκτης και επαίσχυντης στάσης του απέναντι στους Έλληνες κομμουνιστές, ποτέ δεν υιοθέτησε τις πρακτικές των Ναζιστών και των Φασιστών λ.χ. δεν εκδιώχθηκαν οι Εβραίοι, δεν έγιναν φυλετικές διώξεις, διατήρησε άριστες σχέσεις με τους Αγγλογάλλους κ.α.
1.3 Το καθεστώς της «4ης Αυγούστου»
Ακόμη και σήμερα δεν έχουμε απόλυτα σαφή εικόνα για το ποιοι βρίσκονται πίσω από την επιλογή Μεταξά και την αναρρίχησή του στην εξουσία με τον τρόπο που περιγράφηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο. Ωστόσο οι περισσότερες πηγές και τα πιο πολλά στοιχεία συγκλίνουν στην άποψη ότι στην επιλογή Μεταξά είχαν συμπράξει τόσο ο ίδιος ο Μεταξάς, όσο και ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄, ο στρατηγός Παπάγος και ο Σοφοκλής Βενιζέλος με την υπόδειξη και την αμέριστη συμπαράσταση και υποστήριξη των Βρετανών.[14]
Ο Μεταξάς δεν είχε ποτέ μεγάλο αριθμό πιστών φίλων και οπαδών γι’ αυτό και στην κυβερνητική του ομάδα ήταν αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να αναθέσει κρίσιμα υπουργεία σε άτομα που δεν ήταν τα απολύτου εμπιστοσύνης του, ήταν όμως ικανά και πολύ έμπειρα, επομένως του ήταν απαραίτητα.
Η σύνθεση της πρώτης κυβέρνησης της « 4ης Αυγούστου » ήταν η ακόλουθη : [15]
- Ιωάννης Μεταξάς : Πρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας.
- Κ. Ζαβιτσιάνος : Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός Οικονομικών. Ο Ζαβιτσιάνος ήταν παλιός πολιτικός και μάλιστα εκ των στενοτέρων συνεργατών του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η συμμετοχή του στην Κυβέρνηση είχε ως στόχο να καταδείξει την παλλαϊκή ενότητα που επιθυμούσε να «επιβάλει» το καθεστώς. Βέβαια ο Ζαβιτσιάνος ήταν γνωστός και για τις θέσεις του ενάντια στην κομμουνιστική ιδεολογία…
- Θ. Σκυλακάκης : Υπουργός Εσωτερικών
- Γ. Λογοθέτης : Υπουργός Δικαιοσύνης
- Γ. Κυριάκος : Υπουργός Γεωργίας
- Κ. Γεωργακόπουλος : Υπουργός Παιδείας
- Ανδρ. Χατζηκυριάκος : Υπουργός Εθνικής Οικονομίας
- Αλ. Κορυζής : Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας. Ο Αλέξανδρος Κορυζής διαδέχτηκε το Μεταξά στην πρωθυπουργία μετά το θάνατο του δευτέρου, στις 29/1/1941. Έντιμος και αγνός πατριώτης καθώς ήταν δεν άντεξε την ήττα από τις Δυνάμεις του Άξονα και αυτοκτόνησε πριν παραδώσει τη χώρα στους επαίσχυντους εισβολείς.
- Γ. Σπυρίδωνος : Υπουργός Σιδηροδρόμων
- Κ. Κοτζιάς : Υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης. Ο Μεταξάς δεν του είχε εμπιστοσύνη, γι’ αυτό και είχε διατάξει την Κρατική Ασφάλεια να τον παρακολουθεί στενά.
- Κ. Μανιαδάκης : Υφυπουργός Ασφαλείας. Ο πλέον έμπιστος και στενός συνεργάτης του Μεταξά, ο οποίος είχε αναλάβει την ευθύνη να καταστέλλει όλες τις αντίθετες προς το καθεστώς ενέργειες πριν ακόμα αυτές εκδηλωθούν.
- Ν. Παπαδήμας : Υφυπουργός Στρατιωτικών
- Ι. Παπαβασιλείου : Υφυπουργός Ναυτικών
- Ι. Πάσαρης : Υφυπουργός Αεροπορίας
- Δευκ. Ρεδιάδης : Υφυπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας
- Κ. Νικολόπουλός : Υφυπουργός Συγκοινωνίας
- Π. Ρεδιάδης : Υφυπουργός Οικονομικών
- Θ. Νικολούδης : Υφυπουργός Τύπου και Τουρισμού
- Ε. Μαγιάκος : Υφυπουργός Αγορανομίας
- Γ. Αλιβιζάτος : Υφυπουργός Υγιεινής
- Αρ. Δημητράτος : Υφυπουργός Εργασίας
- Παπαχελάς : Υφυπουργός Πολιτικού Γραφείου
Από τη σύνθεση και μόνο της Κυβέρνησης είναι φανερή η πρόθεση του Μεταξά να συγκεντρώσει στα χέρια του τα πιο κρίσιμα για την πολεμική προετοιμασία της χώρας υπουργεία ( Εξωτερικών, Στρατιωτικών, Ναυτικού, Αεροπορίας ). Η νέα πολεμική σύγκρουση ήταν πλέον ορατή σε όλους όσοι είχαν την ικανότητα και τη δύναμη να διακρίνουν την πραγματικότητα πίσω από τα «παραπετάσματα» της διεθνούς πολιτικής σκηνής και ο Μεταξάς, ελλείψει έμπιστων και εξαιρετικά ικανών συνεργατών, είχε αναλάβει όλο το βάρος της προσπάθειας για την προετοιμασία του στρατού και του λαού για την επικείμενη μεγάλη δοκιμασία – πρόκληση. Άλλωστε η στρατηγική θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη καθώς, βέβαια, και τα διδάγματα του παρελθόντος ( βλέπε : Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ) δεν άφηναν περιθώρια για ψευδαισθήσεις. Η Ελλάδα, όσο κι αν το επιθυμούσε ο Μεταξάς, δε μπορούσε να μείνει ουδέτερη, για την ακρίβεια δε μπορούσαν να της επιτρέψουν να μείνει ουδέτερη!
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
2.1 Αναμένοντας το Μεγάλο Πόλεμο…
Ο Μεταξάς, όπως και ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄, είχε αντιληφθεί πως η θέση της Ελλάδας ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Τα «σύννεφα του πολέμου» πύκνωναν επικίνδυνα πάνω από τον ουρανό της Ευρώπης ήδη από το 1935, τα ερωτηματικά, λοιπόν, που γεννιόνταν δεν ήταν άλλα παρά α) ποιος ή ποιοι θα ήταν οι αντίπαλοι της Ελλάδας και β) πότε θα ξεσπούσε ο πόλεμος. Σε κάθε περίπτωση η απάντηση της Ελλάδας θα ήταν η ίδια : αντίσταση μέχρις εσχάτων σε οποιονδήποτε επιβουλευόταν την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας και απειλούσε την εθνική της ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια!
Όμως η πραγματικότητα ήταν τραγικά σκληρή για τους Έλληνες…
Το 1936 η Ελλάδα δεν ήταν ικανή να πολεμήσει εναντίον κανενός επιεικώς οργανωμένου στρατού! Δυστυχώς η περίοδος 1922 – 1936 υπήρξε καταστροφική τόσο για την υλική όσο και για την ψυχολογική και ηθική προετοιμασία και ετοιμότητα του στρατού και του λαού καθώς η χώρα είχε μπει σε ένα φαύλο και φαιδρό κύκλο πολιτικής αστάθειας όπου οι δολοπλοκίες και ο πολιτικός αιθεροβατισμός κυριαρχούσαν με αποτέλεσμα η αμυντική θωράκιση της χώρας να είναι μάλλον υποτυπώδης.
Η κατάσταση άρχισε να ξεκαθαρίζει τον Οκτώβριο του 1935, οπότε και οι ιταλικές λεγεώνες του φασίστα Μπενίτο Μουσολίνι επιτέθηκαν στην Αιθιοπία και μετά από λίγο την προσάρτησαν στην ιταλική σφαίρα επιρροής.[16] Με την κίνηση αυτή έγινε φανερή η πρόθεση της φασιστικής Ιταλίας να ανακτήσει το ζωτικό χώρο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αναμφισβήτητα η Ελλάδα αποτελούσε το πιο θελκτικό τμήμα αυτού.
Τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο ξεκάθαρα όταν τον Απρίλιο του 1936 οι Ιταλικές Ένοπλες Δυνάμεις εισέβαλαν απρόκλητα στην Αλβανία και μετά από σύντομη μάχη με τις ανάξιες λόγου Αλβανικές Ένοπλες Δυνάμεις ανέτρεψαν τον Αλβανό Βασιλιά Αχμέτ Ζώγου. Μάλιστα το Στέμμα του αλβανικού θρόνου το προσέφεραν στον Ιταλό Αυτοκράτορα Βίκτορα Εμμανουήλ Β΄ και τους κληρονόμους του και με τον τρόπο αυτό ουσιαστικά κατέστησαν την Αλβανία ιταλικό προτεκτοράτο.[17]
Για το Μεταξά πλέον δεν υπήρχε αμφιβολία : ο αντίπαλος θα ήταν σίγουρα η Ιταλία και, αν κατάφερναν να συμμαχήσουν μαζί της, η Τουρκία ή/και η Βουλγαρία. Έτσι προσάρμοσε την πολιτική του καθεστώτος προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης της ιταλικής απειλής και αφιέρωσε την περίοδο 1939 – 1940 στην προπαρασκευή της Ελλάδας για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο που ήταν πλέον προ των πυλών. Άλλωστε, όπως φαίνεται και μέσα από πάρα πολλές πηγές, ο Μεταξάς είχε προετοιμαστεί πολύ καλά (ηθικά και υλικά) προτού απαντήσει στον πρεσβευτή της Ιταλίας και στο ιταμό ιταλικό τελεσίγραφο που αυτός κόμιζε στην πρωθυπουργική κατοικία το πρωί της 28η Οκτωβρίου 1940.[18]
Πρώτο και σημαντικότερο μέλημα του καθεστώτος και του Μεταξά ήταν, από την πρώτη κιόλας μέρα της εγκαθίδρυσής του, η προετοιμασία της χώρας για την επιτυχή αντιμετώπιση μιας νέας πολεμικής σύγκρουσης. Η προσπάθεια ήταν στραμμένη σε τρεις πολύ σημαντικούς άξονες: την ενίσχυση της εξωτερικής πολιτικής και επομένως της θέσης της Ελλάδας στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη, την άμεση και μαζική ενίσχυση του στρατεύματος με σύγχρονο πολεμικό υλικό και την ηθική ενίσχυση του λαού και του στρατού έτσι ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα δεινά του πολέμου. Σε αυτόν τον τρίτο άξονα εντάσσεται και ο σχεδιασμός της δημοσιονομικής πολιτικής του καθεστώτος της «4ης Αυγούστου» που στόχο είχε την ανακούφιση των οικονομικά κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και την παράλληλη άνοδο του βιοτικού και πνευματικού τους επιπέδου.
2.2 Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας κατά την περίοδο
1936 – 1941

Οι διεθνείς εξελίξεις

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (1914 – 1919) είχε λήξει με την ήττα των Κεντρικών δυνάμεων, ωστόσο οι νικήτριες δυνάμεις δεν κατάφεραν να καρπωθούν τα κέρδη της νίκης του, αντίθετα, με μια σειρά από ταπεινωτικές για τους ηττημένους συνθήκες (Νεϊγύ 14/11/1919, Βερσαλλιών, Σεβρών 10/8/1920, Λωζάνης Ιούλιος 1923 κ.α.) το μόνο που κατάφεραν ήταν να προκαλέσουν στους ηττημένους λαούς το αίσθημα του αδικημένου και να τους καλλιεργήσουν ραβενσιστικές φιλοδοξίες με καταστρεπτικές για την παγκόσμια ειρήνη συνέπειες…
Το έτος 1933 υπήρξε καθοριστικό για την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Στη Γερμανία, τη σημαντικότερη και πιο ταπεινωμένη από τις συνθήκες ειρήνης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου χώρα, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα υπό τον Αδόλφο Χίτλερ ανέρχεται στην εξουσία. Σύντομα ο Χίτλερ επεδίωξε και κατάφερε να επανεξοπλίσει τη Γερμανία και να καταστήσει το στρατό της και πάλι αξιόμαχο, ίσως τόσο αξιόμαχο, όσο ποτέ. Εκμεταλλευόμενος τον αιθεροβατισμό και την άτολμη και τραγικά υποχωρητική εξωτερική πολιτική της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας, καθώς και την καιροσκοπική και επαίσχυντη στάση της Ε.Σ.Σ.Δ. κατάφερε να ισχυροποιήσει τη θέση της Γερμανίας και να της ξαναδώσει λίγη από την λάμψη και τη δύναμη του παρελθόντος. Το σημαντικότερο όμως ήταν πως κατάφερε να πείσει το γερμανικό λαό πως είχε έρθει η ώρα να τιμωρήσει αυτούς που τον είχαν οδηγήσει στην ταπείνωση και τη μιζέρια.
Ο Χίτλερ, με έξυπνους πολιτικούς ελιγμούς, επεδίωξε και τελικά πέτυχε να δημιουργήσει ένα ισχυρό συνασπισμό κρατών με τεράστια στρατιωτική και διπλωματική δύναμη. Το 1935 αρχίζει τις πρώτες επαφές με τη φασιστική Ιταλία και σύντομα, στις 1/11/1936 με δήλωση του Μουσολίνι, οριστικοποιείται η δημιουργία του Άξονα Βερολίνου – Ρώμης.[19] Το Νοέμβριο του 1936 υπογράφεται διμερές σύμφωνο μεταξύ της Γερμανίας και της Ιαπωνίας εναντίον της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Αργότερα, το Σεπτέμβριο του 1940, το σύμφωνο αυτό δίνεται τριμερές με την προσθήκη της Ιταλίας. Με τον Άξονα συμπράττουν μέσα στο 1936 και η Ουγγαρία με την πάντα φιλόδοξη και επικίνδυνη για την Ελλάδα Βουλγαρία[20] και έτσι αρχίζουν να διαφαίνονται οι νέες συμμαχίες στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Αργότερα, το Δεκέμβριο του 1936, συμπράττει και η Ρουμανία της οποίας ηγείται ο Αντονέσκου.
Από την άλλη η Αγγλία και η Γαλλία βρίσκονταν σε μια κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Ιδιαίτερα η Γαλλία, αν και νικήτρια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συμπεριφερόταν σαν ηττημένη.
Δεν είναι άλλωστε παράδοξο το γεγονός της ήττας της σε ελάχιστο χρόνο από τις γερμανικές δυνάμεις το 1939 και την επαλήθευση της θεωρίας των Γερμανών στρατηγών περί «κεραυνοβόλου πολέμου» . Η δειλή εξωτερική πολιτική και η ενδοτικότητα των δύο αυτών χωρών ήταν που επέτρεψαν στις δυνάμεις του Άξονα να ελπίζουν στην επιτυχία της προσπάθειάς τους να υποτάξουν τον κόσμο.
Έτσι στις 1/9/1939 ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Αφορμή στάθηκε η διένεξη Πολωνίας και Γερμανίας για την περιοχή του Νταντσίχ και την επίθεση της δεύτερης στην πρώτη. Οι μέχρι τότε κοιμώμενες Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία ενεργοποίησαν τη συνθήκη αμυντικής συνεργασίας που είχαν υπογράψει με την Πολωνία και έτσι ο νέος παγκόσμιος πόλεμος ήταν γεγονός.[21]
Ποια όμως ήταν τα αίτια που οδήγησαν την ανθρωπότητα στην αιματηρότερη πολεμική σύγκρουση όλων των εποχών ;
Τα σημαντικότερα αίτια συνοψίζονται στα ακόλουθα :
· Στο περιεχόμενο των συνθηκών που υπογράφηκαν μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι συνθήκες αυτές δεν είχαν στόχο την εξασφάλιση της ειρήνης αλλά κυρίως την τιμωρία των λαών με συνέπεια να καλλιεργηθεί σε αυτούς το αίσθημα και η προσμονή της εκδίκησης.
· Στην άτολμη και ανόητη εξωτερική πολιτική της Αγγλίας και της Γαλλίας. Η παθητική στάση απέναντι στα γεγονότα (προσάρτηση Αυστρίας κ.τ.λ.) και ο ενδοτισμός στις επεκτατικές ορέξεις του Χίτλερ
εξέθρεψαν τις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες της γερμανικής ηγεσίας και του γερμανικού λαού ο οποίος διψούσε για εκδίκηση.
· Στην αδυναμία της Αγγλίας και της Γαλλίας να δημιουργήσουν έναν αντίπαλο συνασπισμό μαζί με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη και τις Η.Π.Α.
· Στην εκούσια και απ’ όλους υπονόμευση της λειτουργίας της Κοινωνίας Των Εθνών (Κ.Τ.Ε.) και στην απροθυμία των συμβαλλόμενων κρατών να ενεργοποιήσουν τις αποφάσεις της.
Σε ένα τέτοιο διεθνές περιβάλλον η θέση της Ελλάδας ήταν ιδιαίτερα επισφαλής. Η σύγκρουση με έναν από τους δύο αντίπαλους συνασπισμούς έμοιαζε αναπόφευκτη. Έργο της κυβέρνησης, λοιπόν, ήταν να επιλέξει, όταν ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου, τους κατάλληλους συμμάχους που θα εξασφάλιζαν στην Ελλάδα τα περισσότερα μεταπολεμικά ανταλλάγματα και θα εξασφάλιζαν τη συμμετοχή της στη διανομή των κερδών σε περίπτωση νίκης.
Η στρατηγική της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας του Μεταξά

Η στρατηγική που είχε υιοθετήσει για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας το καθεστώς της «4ης Αυγούστου» μπορεί να συνοψιστεί στη φράση «Πάση θυσία να αποφύγουμε τη συμμετοχή μας στον πόλεμο». Βέβαια δεν ήταν εύκολο να συμβεί αυτό, τη στιγμή μάλιστα που όλοι οι αντιμαχόμενοι συνασπισμοί είχαν στρατηγικά συμφέροντα στον ελλαδικό χώρο, ωστόσο χρέος του Μεταξά και της κυβέρνησής του ήταν να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να μην εισέλθει η Ελλάδα στη δίνη ενός νέου μεγάλου πολέμου.

Η βούληση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν απλή και ξεκάθαρη : ήθελε να τηρήσει ίσες αποστάσεις από όλους τους αντιμαχόμενους χωρίς να δείχνει την παραμικρή προτίμηση σε κάποιον για να μη δεχτεί τα πυρά του αντιπάλου του.[22] Όμως σε περίπτωση εισόδου της χώρας στον πόλεμο τότε η θέση της θα ήταν δίχως άλλο στο πλευρό της Μεγάλης Βρετανίας και των συμμάχων της.[23] Αυτό δεν ήταν σε καμία περίπτωση αποτέλεσμα της βοήθειας που είχαν προσφέρει οι Άγγλοι στην επιβολή του Μεταξά και στην εδραίωση του καθεστώτος αλλά πολύ απλά ήταν οι επιταγές της λογικής και του εθνικού συμφέροντος.[24] Εξάλλου ο Μεταξάς είχε έγκαιρα προβλέψει ότι αργά ή γρήγορα θα πολεμούσε την Ιταλία και τη Γερμανία στο πλευρό των Αγγλογάλλων, ωστόσο πίστευε ακράδαντα ότι σε κάθε περίπτωση οι Βρετανοί θα νικούσαν σε αυτόν τον πόλεμο με κάθε κόστος.[25]
Για να επιτύχει λοιπόν τους στόχους το ο Μεταξάς υιοθέτησε μια επιτηδευμένη στάση ουδετερότητας. Έκανε πολλά και σημαντικά ανοίγματα στη Γερμανία (οικονομικής και στρατιωτικής σημασίας, λ.χ. στενή συνεργασία των αστυνομιών των δύο χωρών) αλλά με ξεκάθαρα προσανατολισμένη εξωτερική πολιτική στα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας. [26]
Πρώτο μέλημα του Μεταξά ήταν να ισχυροποιήσει τη θέση της Ελλάδας στη Βαλκανική χερσόνησο με την ισχυροποίηση του ήδη υπάρχοντος διαβαλκανικού αμυντικού συνασπισμού. Αυτή άλλωστε ήταν και η πολιτική που εφάρμοσαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά το 1923. Οι Έλληνες δεν είχαν ούτε τη δύναμη, ούτε την πρόθεση να επιβάλλουν με δυναμικό τρόπο τις απόψεις τους, ήταν αναγκαία, λοιπόν, η χάραξη κοινής εξωτερικής πολιτικής μαζί με τις άλλες βαλκανικές χώρες έτσι ώστε να αποφευχθεί μια νέα αιματοχυσία στη χερσόνησο του Αίμου. Έτσι το Νοέμβριο του 1938 στη Συνδιάσκεψη των Υπουργών Εξωτερικών των βαλκανικών χωρών που είχαν υπογράψει στις 9/2/1934 το Βαλκανικό Σύμφωνο (Ελλάδα, Τουρκία, Ρουμανία Γιουγκοσλαβία)[27], επιχειρείται η διεύρυνση και η ισχυροποίησή του έτσι ώστε να αποτραπεί κάθε επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής στη Βαλκανική.[28] Τα αποτελέσματα της προσπάθειας, αν και τυπικά επιτυχή, ουσιαστικά ήταν επιταγές χωρίς αντίκρισμα καθώς για ποικίλους λόγους, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, κανένα συμβαλλόμενο μέλος δεν επιθυμούσε να πραγματοποιήσει τα συμφωνημένα.
Πέρα όμως από τις φανερές συμφωνίες και προσπάθειες η Ελλάδα επιδίωξε και πέτυχε να έρθει σε μυστικές συμφωνίες με τις άλλες χώρες της Βαλκανικής (Τουρκία, Γιουγκοσλαβία κ.α.)[29]. Φυσικά και αυτές οι συμφωνίες δεν προσέφεραν τίποτα το ουσιαστικό στην προσπάθεια της Ελλάδας να θωρακίσει την άμυνά της εν όψει του επικείμενου πολέμου. Οι συμμαχίες αυτές αποδείχτηκαν λυκοφιλίες χωρίς νόημα και πρακτική αξία…
Παράλληλα, η Ελλάδα συμμετείχε και στην Κοινωνία Των Εθνών (ΚΤΕ). Φυσικά ο Μεταξάς στήριξε με τις ό,ποιες δυνάμεις διέθετε τις αποφάσεις της ΚΤΕ αλλά, δυστυχώς, το θνησιγενές αυτό δημιούργημα ήταν αδύνατο να μπορέσει να υπερασπιστεί τη διεθνή νομιμότητα καθώς οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής συνεχώς υπέσκαπταν τις ό,ποιες προσπάθειες, ενέργειές και αποφάσεις της. Ο Μεταξάς, όπως κάθε επικεφαλής ενός μικρού και σχετικά αδύναμου κράτους, επιθυμούσε να διατηρηθεί η διεθνής νομιμότητα γιατί μόνο έτσι μπορούσε να διατηρήσει ανέπαφη την εδαφική ακεραιότητα της χώρας του, ωστόσο οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν αντίθετη γνώμη και αυτό γιατί όπως πολύ εύστοχα έχει επισημάνει ο Χέρνι Κίσιντζερ « οι Αυτοκρατορίες δεν έχουν ανάγκη να λειτουργούν μέσα σ’ ένα διεθνές σύστημα. Φιλοδοξούν να είναι το διεθνές σύστημα».[30] Έτσι μοιραίο ήταν η ΚΤΕ να καταρρεύσει και μαζί να καταρρεύσουν οι ό,ποιες ελπίδες είχαν εναποθέσει οι λαοί για την αποτροπή της σύρραξης.
Μολονότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Μεταξάς προσπάθησε να μην προκαλέσει τους αντιμαχόμενους συνασπισμούς δείχνοντας προτίμηση σε κάποιον από τους δυο, ωστόσο ήταν ξεκάθαρη η πρόθεσή του να συμμαχήσει με τους Βρετανούς, αν η ανάγκη το υπαγόρευε. Ιδιαίτερα μετά από την εισβολή της Ιταλίας στην Αλβανία, οπότε και « οι μάσκες είχαν πέσει » και ο εχθρός πλέον ήταν ξεκάθαρα ορατός (βλέπε : Ιταλία) ο Μεταξάς ήρθε σε συνεννόηση και συμφωνία με τους Βρετανούς και πέτυχε να δεσμευτούν να συνδράμουν με τις διαθέσιμες δυνάμεις τους την προσπάθεια του ελληνικού έθνους να αποκρούσει τις δυνάμεις του Άξονα.[31] Ουδέποτε άλλωστε είχε δείξει έμπρακτα οποιαδήποτε προτίμηση στους Γερμανοϊταλούς ή προέβη σε προσπάθειες προσεταιρισμού τους καθώς πολύ απλά πίστευε ότι τα συμφέροντα της Ελλάδας δεν ταυτίζονταν με αυτά του Άξονα. Εξάλλου οι Γερμανοί, έχοντας ως παραδοσιακούς συμμάχους τους τους Βουλγάρους και τους Τούρκους, δύσκολα θα πραγματοποιούσαν οποιαδήποτε ενέργεια προς όφελος της Ελλάδας γιατί πολύ απλά αυτό θα τους έφερνε σε ρήξη με Βουλγαρία και Τουρκία.
Τέλος, αναφορικά με τις σχέσεις της Ελλάδας με την Ιταλία, ο Μεταξάς επιδίωξε να μη δώσει την παραμικρή αφορμή στους Φασίστες του Μουσολίνι να επιτεθούν στη χώρα, ακόμα κι όταν αυτό ήταν πλέον αναπόφευκτο. Επέλεξε την τακτική της υποχώρησης και της σιωπής γιατί δεν ήθελε να προκαλέσει σε καμία περίπτωση μια τόσο ισχυρή και σημαντική δύναμη, ούτε καν μετά και το επαχθές έγκλημα που διέπραξε στις 15/8/1940 ιταλικό υποβρύχιο εναντίον το ελληνικού εύδρομου καταδρομικού πλοίου «ΕΛΛΗ» στην Τήνο.
Φυσικά το καθεστώς προσπάθησε να αντιμετωπίσει μέσω της διπλωματικής οδού τα συνεχή κατασκευασμένα δημοσιεύματα του ιταλικού τύπου περί δήθεν παράνομης παροχής πολεμικής βοήθειας στην Αγγλία, χωρίς όμως να αγνοεί και να παραβλέπει το πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο για την κατασκευή και τη δημοσίευσή τους. Ακόμη και ο τύπος της Ιταλίας είχε επιστρατευτεί στην απρόκλητη επίθεση εναντίον της Ελλάδας και προσπαθούσε με άθλιες και ανυπόστατες κατηγορίες να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα! Μια από τις κατηγορίες, η πιο σημαντική, ήταν ότι οι Έλληνες καταπίεζαν τη «δήθεν» ( στην πραγματικότητα ανύπαρκτη) αλβανική μειονότητα της Τσαμουριάς (περιοχή της Ηπείρου) και συχνά επέδραμαν μέσα στο αλβανικό έδαφος σε συνεργασία με τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου. Αν πραγματικά η ιστορία επαναλαμβάνεται, τότε οι παραλληλισμοί με τη σημερινή κατάσταση είναι επικίνδυνα πολλοί. Ίσως να χρειάζεται ένας ακόμα Μουσολίνι για να μας υπενθυμίσει αυτό που για όλους τους άλλους λαούς είναι αυτονόητο.
Ο Μεταξάς γνώριζε καλά πως όσο αργότερα ξεσπούσε ο πόλεμος, τόσο το καλύτερο θα ήταν για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις που τον καιρό εκείνο προετοιμάζονταν πυρετωδώς να αντιμετωπίσουν το εχθρό που κυριολεκτικά βρισκόταν ante portas.[32] Έτσι έκανε το παν για να δώσει χρόνο στους επιτελικούς αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων να προετοιμάσουν το στράτευμα για τη μεγάλη ημέρα…
Έτσι, τουλάχιστον όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας και τη θέση της στον γεωπολιτικό χάρτη της Ευρώπης, ο Μεταξάς είχε κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του να μην εμπλακεί η Ελλάδα στη νέα μεγάλη πολεμική σύγκρουση που θα συγκλόνιζε τον κόσμο. Ωστόσο, πέρα από τις διπλωματικές προσπάθειες για τη μη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο έκανε ό,τι μπορούσε έτσι ώστε, αν οι περιστάσεις το απαιτούσαν, να έμπαινε στον πόλεμο έχοντας εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή πολιτική και στρατιωτική βοήθεια και σίγουρα επιδιώκοντας να είναι μαζί με τους νικητές. Εξάλλου, και δεν πρέπει να εθελοτυφλούμε ως προς αυτό, ακόμη κι αν η Ελλάδα δεν κατάφερνε να αμυνθεί και καταλαμβανόταν από τους Ιταλούς, σίγουρα θα είχε εδαφικά κέρδη, αν νικούσε ο συνασπισμός των κρατών με τον οποίο είχε συνταχθεί από την πρώτη κιόλας στιγμή. Και αυτό ήταν και είναι το πιο σημαντικό κριτήριο απ’ όλα!
2.3 Η στρατιωτική προπαρασκευή των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων κατά την περίοδο 1940 – 1941
Η μεγαλύτερη, όμως, προσφορά του καθεστώτος της « 4ης Αυγούστου » και ιδιαίτερα του Ιωάννη Μεταξά ήταν η αναγέννηση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων που παρήκμαζαν καθημαγμένες από τις ραδιουργίες και την πολιτική αδιαφορία (με ελάχιστες εξαιρέσεις) των κυβερνήσεων της περιόδου 1923 – 1936 και κυρίως από τις συνεχείς συμμετοχές τους σε κινήματα, επαναστάσεις, εξεγέρσεις και άλλες ενέργειες που σίγουρα δε συνάδουν με το στρατιωτικό λειτούργημα, αλλά και από την έλλειψη οικονομικών πόρων.[33] Δε θα ήταν, λοιπόν, ούτε ανεδαφικό, ούτε ψευδές να ισχυριστεί κανείς ότι η αναδιοργάνωση του Ελληνικού Στρατού κατά την περίοδο 1936 – 1941 υπήρξε ένα μικρό « θαύμα », ιδιαίτερα δε αν αναλογιστεί κανείς τις γενικότερες συνθήκες υπό τις οποίες συντελέστηκε αυτή και τους διαθέσιμους πόρους που κατάφερε η Ελλάδα να εξασφαλίσει για την υλοποίηση αυτό του «μικρού άθλου»…
Η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η πολεμική μηχανή της Ελλάδας κατά την προ Μεταξά περίοδο συνοψίζεται με πολύ παραστατικό και γλαφυρό τρόπο στην παρατήρηση του Στρατιωτικού Συμβουλίου της Ελλάδας που αναφέρει τα ακόλουθα: «Η κατάστασις της αμύνης της χώρας είναι αυτοχρήμα τραγική εις τοιαύτην θέσιν, ώστε να κινδυνεύει η υπόστασις ημών ως κράτους!».[34]
Η έλλειψη σε στρατώνες ήταν πάρα πολύ μεγάλη, οι αποθήκες ήταν άδειες, τρόφιμα ως απόθεμα δεν υπήρχαν, το οδικό δίκτυο ήταν κατ’ ουσίαν ανύπαρκτο και τα μηχανοκίνητα μέσα ήταν ελάχιστα…[35]
Από την πρώτη στιγμή της εδραίωσης του το καθεστώς εκπόνησε, πάντα σε συνεργασία με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού υποστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο, σχέδια αναδιοργάνωσης του Στρατού και του Ναυτικού και επανασύστασης της Αεροπορίας που πολύ απείχαν από το να θεωρούνται αξιόμαχα.
Η πρώτη ενέργεια ήταν να οριστούν οι άξονες στους οποίους θα κινούνταν για την στρατιωτική ενίσχυση της χώρας. Βασικότερες και πιο άμεσες ήταν η ενίσχυση του Πεζικού και του Πυροβολικού με σύγχρονα μέσα, η ενίσχυση της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας με πολεμικά αεροσκάφη (κατά προτίμηση αμερικάνικα) και η αγορά νέων πολεμικών πλοίων. Οι πρώτες εκτιμήσεις αναφορικά με το κόστος του όλου εγχειρήματος ανήλθαν στα 8 – 10 δισεκατομμύρια δραχμές, ποσό εξωπραγματικό για τα δεδομένα της εποχής, έτσι αποφασίστηκε η σε πρώτη φάση εκταμίευση 2,5 δισ. για την κάλυψη των άμεσων αναγκών του στρατεύματος για τα έτη 1936 – 1937.[36]
Επίσης πραγματοποιήθηκε άμεση απογραφή των βιομηχανικών εγκαταστάσεων της χώρας και εκπονήθηκε σχέδιο για την προσαρμογή της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής στις ανάγκες του Στρατού έτσι ώστε να αποκτηθούν τα απαραίτητα πολεμοφόδια με το μικρότερο δυνατό κόστος και να εξασφαλιστεί μια σίγουρη και ανεξάρτητη από τις Μεγάλες Δυνάμεις πηγή παροχής πολεμικού υλικού. Επιδιώχθηκε η ενθάρρυνση του επιχειρηματικού κόσμου να επενδύσει στην πολεμική βιομηχανία έτσι ώστε μέσα από το συναγωνισμό να μειωθεί κι άλλο το κόστος αγοράς και ταυτόχρονα να βελτιωθεί η ποιότητα των προϊόντων, καθώς, βέβαια, και να αυξηθεί σημαντικά η παραγωγή.[37]
Ακόμη, ήδη από τον Αύγουστο του 1936, αποφασίστηκε η κατασκευή σειράς οχυρωματικών έργων ( 21 κύρια οχυρά )στην περιοχή των ελληνοβουγαρικών συνόρων που ορίζεται από τη γραμμή Μπέλες – Νέστος.[38] Τα οχυρά αυτά, τα οποία έγιναν γνωστά με την ονομασία «Γραμμή Μεταξά» (στα πρότυπα ίσως της «Γραμμής Μαζινώ», της «Γραμμής Στάλιν» κτλ) είναι ένα πραγματικό τεχνολογικό θαύμα της εποχής τους και κόστισαν 1.457.975.336 δρχ, ποσό πάρα πολύ μεγάλο, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι για τις συνολικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων εκταμιεύτηκαν μόλις 2,5 δισ. δρχ! Να σημειωθεί ότι η πρώτη φορά που προτάθηκε το θέμα αυτό για υλοποίηση ήταν το Νοέμβριο του 1933 μετά από πρόταση στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, το οποίο και ενέκρινε την εκπόνηση σχετικής μελέτης.[39] Η υλοποίηση της πρότασης αυτής οριστικοποιήθηκε σε πρώτη φάση τον Αύγουστο του 1936.
Η αποστολή της « Γραμμής Μεταξά » δεν ήταν τόσο η απόκρουση του εχθρού, όσο η καθυστέρησή του επί της συνοριακής γραμμής μέχρις ότου ολοκληρωθεί η ελληνική επιστράτευση και εκτοξευθεί η ελληνική αντεπίθεση ή (στη χειρότερη περίπτωση) η διείσδυση μόνο ελαφρά οπλισμένων εχθρικών τμημάτων που με ευκολία θα συνέτριβε στη δεύτερη γραμμή άμυνας ο ελληνικός στρατός. Να σημειωθεί ότι ο αντίπαλος τον οποίο είχαν σχεδιαστεί να αντιμετωπίσουν δεν ήταν κάποια μεγάλη στρατιωτική δύναμη, όπως η Γερμανία, αλλά η Βουλγαρία, η οποία μέχρι το 1937 ήταν ο πιο επίφοβος αντίπαλος της Ελλάδας και προς στην οποία είχαν προσανατολιστεί όλα τα Σχέδια Αμύνης του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ).
Αναφορικά με την ενίσχυση του στρατεύματος με σύγχρονο πολεμικό υλικό οι προσπάθειες εντάθηκαν από το 1937 και έπειτα με ρυθμό εντυπωσιακό. Βέβαια οι διεθνείς εξελίξεις δεν εξυπηρετούσαν τα σχέδια της Ελλάδας : αφενός δε διέθετε αρκετό συνάλλαγμα για να αγοράσει πολεμικό υλικό και έτσι δε μπορούσε να πετύχει πίστωση ή άλλες διευκολύνσεις, αφετέρου οι χώρες που παρήγαγαν πολεμικό υλικό δέσμευαν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής για τη δική τους προετοιμασία εν όψει του επικείμενου πολέμου με αποτέλεσμα να μη μπορεί να βρει επαρκές ποιοτικά και ποσοτικά πολεμικό υλικό.[40]
Ωστόσο η ελληνική κυβέρνηση εκμεταλλευόμενη τις ό,ποιες ευνοϊκές συγκυρίες της παρουσιάστηκαν, κάλυψε σε μεγάλο βαθμό τις ανάγκες της σε σύγχρονο πολεμικό υλικό δεσμεύονταν φυσικά τεράστια χρηματικά ποσά και εκταμιεύοντας μεγάλο μέρος του συναλλάγματος που φυλασσόταν στα κρατικά θησαυροφυλάκια.
Το Πεζικό και το Πυροβολικό ενισχύθηκαν σημαντικά. Το κυριότερο πολεμικό υλικό που αγοράστηκε συνοψίζεται στα ακόλουθα : Αγοράστηκαν για την αντιαεροπορική προστασία της χώρας 222 αντιαεροπορικά πυροβόλα διαφόρων τύπων και διαμετρημάτων ( δες Παράρτημα : Πίνακας 1)[41]. Ακόμη αγοράστηκαν 24 αντιαρματικά πυροβόλα των 37 mm και 22 αντιαρματικά τυφέκια των 14 mm.[42]
Επίσης αγοράστηκε μεγάλος αριθμός τυφεκίων και αυτομάτων όπλων (Παράρτημα : πίνακας 2) καθώς και ανάλογος αριθμός πυρομαχικών.
Για τη μηχανοκίνηση του στρατεύματος αγοράστηκαν 200 φορτηγά Daag (από τη Γερμανία), 200 Bedford MS (από την Αγγλία) και 50 Renault AGR (από τη Γαλλία). Ακόμη αγοράστηκε σημαντικός αριθμός ρυμουλκών πυροβολικού καθώς και μοτοσικλετών[43] ( Παράρτημα : Πίνακας 3). Παρολαυτά οι ελλείψεις σε μηχανοκίνητα μέσα ακόμα και κατά την έναρξη του πολέμου ήταν τραγικά μεγάλες. Οι εκτιμήσεις του ΓΕΣ έκαναν λόγο για ανάγκη ύπαρξης 7.000 φορτηγών ή άλλων αυτοκινήτων, ωστόσο η Ελλάδα διέθετε μόλις 705 (!) φορτηγά και μερικές δεκάδες άλλα οχήματα…[44] Φυσικά η επίταξη των πολιτικών οχημάτων (τα οποία στο σύνολό τους καταστράφηκαν) προσέφερε κάποια λύση, όμως η ανάγκη για εξειδικευμένα στρατιωτικά οχήματα ήταν πάγια και απόλυτη.
Αναφορικά με την ανάγκη για αγορά τεθωρακισμένων αρμάτων μάχης η ελληνική ηγεσία προσπάθησε να την ικανοποιήσει με την αγορά ενός περιορισμένου αριθμού αυτών. Ωστόσο εγγενείς αδυναμίες και αντικειμενικές δυσκολίες δεν επέτρεψαν παρά μόνο την αγορά δύο αρμάτων μάχης τύπου Vickers. Η έλλειψη αρμάτων μάχης καλύφθηκε μερικώς με 40 ιταλικά ελαφρά άρματα Carro Velocce CV L3 – 33 και CV L3 – 35 που αποκτήθηκαν ως λάφυρα και εντάχθηκαν στη δύναμη της ΧΙΧ Μηχανοκίνητης Μεραρχίας και την παραχώρηση από τη Μεγάλη Βρετανία 100 Universal / Bren Carrier κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου.[45]
Ακόμη κατασκευάστηκαν νέες στρατιωτικές εγκαταστάσεις και επιδιορθώθηκαν οι ήδη υπάρχουσες, ενώ με τη βοήθεια της ελληνικής βιομηχανίας κατασκευάστηκαν στολές, αρβύλες και άλλα απαραίτητα για το στρατό εφόδια. Ενδεικτικά αναφέρεται πως ενώ στις 4/8/1936 στις αποθήκες του στρατού υπήρχαν 90.000 στολές, στις 28/10/1940 ο ελληνικός στρατός διέθετε 450.000 στολές![46]
Σημαντικότατη ήταν η συμβολή της ελληνικής Βιομηχανίας στην προσπάθεια ανανέωσης, επιδιόρθωσης και εκσυγχρονισμού του υπάρχοντος εξοπλισμού. Πέραν τούτου η προσφορά της συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια του πολέμου με την παράλληλη ανασκευή των ιταλικών οπλικών συστημάτων που είχε αποκτήσει ως λάφυρα ο Ελληνικός Στρατός.[47]
Επιπλέον η Ελλάδα αγόρασε 210.000 προσωπίδες (από Γαλλία, Γερμανία) για την αντιμετώπιση ενδεχόμενου χημικού πολέμου.
Σε γενικές γραμμές ο στρατός επανεξοπλίστηκε με σύγχρονο οπλισμό και κάλυψε σημαντικά από τα κενά που παρουσίαζε, χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν ελλείψεις ή αδύνατα σημεία. Αντίθετα, όπως φάνηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, υπήρχαν και μάλιστα μεγάλες. Δεν καλύφθηκαν οι ανάγκες σε βαρέα πυροβόλα όπλα γιατί οι χώρες με τις όποίες είχε έρθει σε συμφωνία η ελληνική κυβέρνηση τελικά δεν επέτρεψαν την πώλησή τους στην Ελλάδα. [48] Παρολαυτά στις 28/10/1940 κάθε Σύνταγμα Πεζικού (ΣΠ) ήταν σε θέση να παρατάξει τη σύνθεση δυνάμεων την οποία είχε σχεδιαστεί να διαθέτει σε εμπόλεμη σύνθεση, δηλαδή 2.628 τυφέκια, 108 οπλοπολυβόλα, 36 πολυβόλα, 108 βομβιδοβόλα, 4 όλμους των 81 mm και 2 πυροβόλα των 65 mm.[49]
Στο Ναυτικό η κατάσταση βελτιώθηκε άμεσα μετά την προμήθεια σύγχρονων οβίδων και τορπίλων, τον εκσυγχρονισμό των περισσοτέρων πολεμικών πλοίων και κυρίως την αγορά από τη Μεγάλη Βρετανία δύο νέων αντιτορπιλικών (τα «Βασίλισσα Όλγα» και «Βασιλεύς Γεώργιος») ενώ δεν υλοποιήθηκε, λόγω της έναρξης του πολέμου και εν συνεχεία της κατάληψης της Ελλάδας από τη Γερμανία, η απόφαση ναυπήγησης άλλων δύο αντιτορπιλικών (τα «Βασίλισσα Σοφία» και «Βασιλεύς Κωνσταντίνος») από τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά που μόλις είχαν ιδρυθεί.[50] Έτσι στις 28/10/1940 το Βασιλικό Ναυτικό (ΒΝ) ήταν καθ’ όλα έτοιμο να αντιμετωπίσει τη νέα πρόκληση.
Στο Σώμα της Αεροπορίας (Ελληνική Βασιλική Αεροπορία : ΕΒΑ) θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλα χτίστηκαν από μηδενική βάση. Συμφωνήθηκαν να αγοραστούν 300 αεροσκάφη όλων των τύπων αλλά λόγω του πολέμου παραδόθηκαν μόνο 205 (130 πολεμικά και 75 εκπαιδευτικά).[51] Τα υπόλοιπα δεσμεύτηκαν από τις χώρες παραγωγής, μολονότι είχαν προπληρωθεί από την Ελλάδα, και έτσι δεν ήταν διαθέσιμα κατά την έναρξη των επιχειρήσεων. Η επιλογή και η εκπαίδευση των αξιωματικών και των πιλότων έγινε με τα αυστηρότερα κριτήρια στα πρότυπα της Βρετανικής Royal Air Force (R.A.F.). Φυσικά η ελληνική κυβέρνηση δε σταμάτησε να «ενοχλεί» τη Βρετανική, τη Γαλλική και την Αμερικανική κυβέρνηση ακόμα και κατά τη διάρκεια του πολέμου για άμεση παραχώρηση τουλάχιστον 60 νέων μαχητικών αεροσκαφών, χωρίς όμως να επιτύχει τίποτα περισσότερο παρά την παραχώρηση εκ μέρους της Μεγάλης Βρετανίας 15 αεροπλάνων δίωξης και 4 ελαφρού βομβαρδισμού.[52] Η σύνθεση των πολεμικών Μοιρών της ΕΒΑ την 28/10/1940 φαίνεται στον Πίνακα 4 του Παραρτήματος.
Το 1938, οπότε άρχισε να διαφαίνεται ο κίνδυνος πολεμικής σύγκρουσης με την Ιταλία, έγινε αναπροσαρμογή του σχεδίου επιστράτευσης το οποίο πλέον ήταν επικεντρωμένο στην επικείμενη ιταλική επίθεση και όχι σε πιθανή βουλγάρικη, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο συνδυασμένης ιταλοβουλγαρικής επίθεσης. Έτσι με το ξέσπασμα του πολέμου τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο επιστράτευσης 1939 β΄ το οποίο προέβλεπε άμυνα επί της ελληνοαλβανικής και ελληνοβουλγαρικής μεθορίου.[53] Για το λόγο αυτό πραγματοποιήθηκαν (από το 1938) οχυρωματικά έργα μικρής έκτασης στο έδαφος της Ηπείρου[54] και ενισχύθηκε η άμυνα της περιοχής με νέες μονάδες που εγκαταστάθηκαν στα Ιωάννινα και αλλού.
Το καθεστώς της «4ης Αυγούστου» έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη συλλογή και αποθήκευση επαρκούς ποσότητας εφοδίων και πρώτων υλών. Οι άδειες αποθήκες του 1936 ήταν γεμάτες με τρόφιμα (επάρκεια για 60 μέρες πολέμου), καύσιμα (το ίδιο), πυρομαχικά (επάρκεια για 3 μήνες πολέμου) κ.α.[55] Φυσικά οι συγκεντρωθείσες ποσότητες θα έπρεπε να συμπληρωθούν και να ενισχυθούν και κατά τη διάρκεια πολέμου, ωστόσο εν συγκρίσει με την προ της «4ης Αυγούστου» κατάσταση τα πράγματα ήταν πολύ πιο ενθαρρυντικά καθώς, α μη τι άλλο, είχε γίνει μια σοβαρή και οργανωμένη προσπάθεια για την εξασφάλιση των απαραίτητων για τον αγώνα εφοδίων. Χαρακτηριστικά της σημασίας που είχαν αυτά τα εφόδια για την προετοιμασία της αμυντικής προσπάθειας είναι η φράση του Van Klauzevits (του μεγαλύτερου θεωρητικού του πολέμου) : «Χωρίς εξαιρετικό στρατηγό μπορεί να μη κερδίσεις έναν πόλεμο, αλλά χωρίς πυρομαχικά και εφόδια είναι σίγουρο ότι θα τον χάσεις !».
Τέλος δόθηκε μεγάλη προσοχή στην ενίσχυση του φρονήματος του στρατού, τόσο των αξιωματικών, όσο και των οπλιτών. Η εκπαίδευση βελτιώθηκε σε σημαντικότατο βαθμό και αυτό ενίσχυσε το θάρρος και την αυτοπεποίθηση των στρατευμένων και αύξησε τη μαχητική τους αξία και ικανότητα. Παράλληλα αυξήθηκε και η στρατιωτική θητεία από18 σε 24 μήνες, μηδέ εξαιρουμένων και των Μουσουλμάνων της Θράκης, όπως, βέβαια, αυξήθηκε η θητεία των βοηθητικών τμημάτων από 8 σε 12 μήνες με αποτέλεσμα τη σημαντική αριθμητική και ποιοτική αύξηση του στρατεύματος κατά τις παραμονές του πολέμου.[56]
2.4 Η στρατιωτική βοήθεια από το εξωτερικό
Στα πλαίσια της προετοιμασίας της Ελλάδας για τον επικείμενο πόλεμο το καθεστώς προσπάθησε να εξασφαλίσει ισχυρή στρατιωτική βοήθεια από τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Οι προσπάθειες ήταν μέχρι τον Απρίλιο του 1939 διακριτικές και όχι επίμονες γιατί δεν επιθυμούσε να δώσει αφορμές στις Δυνάμεις του Άξονα να κατηγορήσουν την Ελλάδα για δήθεν φιλοαγγλική στάση. Ωστόσο, μετά την κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία ( Απρίλιος 1939 ) οι προσπάθειες αυτές έλαβαν και επίσημο χαρακτήρα καθώς συζητήθηκαν διεξοδικά τρόποι με τους οποίους θα μπορούσαν οι Αγγλογάλλοι να συνδράμουν τις προσπάθειες της Ελλάδας…
Η Γαλλία δεν μπόρεσε να προσφέρει καμία ουσιαστική βοήθεια καθώς η ταχύτατη κατάληψή της από τα γερμανικά στρατεύματα απέδειξε τη στρατιωτική της αδυναμία. Εξάλλου ακόμα και πριν την κατάρρευση του γαλλικού μετώπου φάνηκε η αδυναμία της να συνδράμει την ελληνική προσπάθεια. Φυσικά δε θα πρέπει να αγνοηθεί η πρόταση του στρατηγού Ντε Γκολ να αποσταλεί μικρή στρατιωτική δύναμη «Ελευθέρων Γάλλων» που με τη συμβολική τους συμμετοχή θα δήλωναν την πρόθεση των Γάλλων να αγωνιστούν στο πλευρό των Ελλήνων, αλλά και την παράλληλη αδυναμία τους να το πραγματοποιήσουν.[57]Δυστυχώς, όμως, τις κρίσιμες εκείνες στιγμές η Ελλάδα δεν είχε ανάγκη από συμπάθεια ή ηθική ενίσχυση, είχε ανάγκη από κανόνια και αεροπλάνα!
Μοιραία το βάρος της στρατιωτικής ενίσχυσης της Ελλάδας ανέλαβε η Μεγάλη Βρετανία. Προ της ενάρξεως του ελληνοϊταλικού πολέμου δεν έγινε καμία προσπάθεια ενίσχυσης του ελληνικού στρατού με πολεμικό εξοπλισμό αφενός γιατί δε μπορούσαν να αποσταλούν επαρκείς βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις καθώς η εξέλιξη του πολέμου ήταν αρνητικότατη, αφετέρου γιατί ο Μεταξάς δεν ήθελε να δώσει αφορμές και δικαιολογίες στους Ιταλούς να κατηγορήσουν την Ελλάδα ότι είχε συμμαχήσει με τους Βρετανούς.[58]
Η βρετανική βοήθεια ήταν μικρή και περιελάμβανε αεροπλάνα, πολεμικό υλικό (βόμβες, πυρομαχικά, όπλα) μεταφορικά μέσα, ναυτική υποστήριξη και μικρές στρατιωτικές δυνάμεις.[59] Σημαντικό μέρος αυτής προήλθε από ιταλικά λάφυρα που απέκτησαν στις μάχες της Λιβύης και τα έστειλαν στην Ελλάδα.
Αναλυτικά οι Βρετανοί ενίσχυσαν την Ελλάδα με :[60]
· 24.206 Άγγλους, 17.125 Αυστραλούς και 16.720 Νεοζηλανδούς στρατιώτες με δικό τους εξοπλισμό και μηχανοκίνητα μέσα, πολεμοφόδια και διοίκηση
· 15 καταδιωκτικά αεροπλάνα και 4 ελαφρού βομβαρδισμού
· 100 άρματα μάχης Universal/Bren Carrier
· 185 επιβατικά αυτοκίνητα Austin 8hp
· 150 φορτηγά Bedford OYD 3t 4x2
· 182 καναδικά φορτηγά Fordson
· 62 ασθενοφόρα Austin 42
· 78 καναδικά φορτηγά Ford CMP 15 cwt
· 44 καναδικά φορτηγά Ford CMP 15 cwt
· 17 ρυμουλκά πυροβολικού AEC Matador
· 20 μέσα πυροβολικά πυροβολικού
· 57 ελαφρά ρυμουλκά πυροβολικού
· 491 μοτοσικλέτες Norton 16H
· 16 αντιαεροπορικά πυροβόλα 3.7 inc
· 18 αντιαεροπορικά πυροβόλα Bofors 40 mm
· 8 αντιαεροπορικά πυροβόλα Breda 20 mm
· 30 αντιαρματικά πυροβόλα
· πλήθος πυρομαχικών, τυφεκίων και όλμων ( 4 νηοπομπές μετά το 1941)
Τα πιο σημαντικά από τα ιταλικά λάφυρα του Αφρικανικού μετώπου που έστειλε η Μεγάλη Βρετανία στην Ελλάδα είναι: [61]
· 32 φορτηγά FIAT/Spa Danuque 35 6x4
· 25 φορτηγά FIAT/Spa 38R 21/2 4x2
· 40 φορτηγά LANCIA
· 23 αντιαρματικά πυροβόλα των 47 mm
· 5.500 τυφέκια Terni των 6,5 mm
· 250 πολυβόλα FIAT των 8 mm
· 50 πεδινά πυροβόλα των 75 mm/1927
· 15 αντιαρματικά τυφέκια των 20 mm
· 32 τριαξονικά και διαξονικά ρυμουλκά πυροβόλων S.P.A.
· 201 ολμίσκοι Brixia των 45 mm
· 300 οπλοπολυβόλα BREDA των 6,5 mm
· μεγάλη ποσότητα πυρομαχικών και πολεμοφοδίων
Επίσης έγιναν πολλές προσπάθειες για να δοθεί στην Ελλάδα στρατιωτική βοήθεια από τις Η.Π.Α., ωστόσο αυτό δεν κατέστη εφικτό. Πλην όμως, μετά από δέσμευση του Προέδρου Ρούζβελτ, οι Η.Π.Α. δέχτηκαν να ενισχύσουν τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις με 60 σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη. Τα αεροσκάφη αυτά τελικά τα παρέλαβε η R.A.F. στην Αίγυπτο γιατί στο μεσοδιάστημα η Ελλάδα είχε καταληφθεί από τους Γερμανούς.[62]
Τέλος, από τις υπόλοιπες, ουδέτερες μέχρι τότε, χώρες, ζητήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου πολεμική ενίσχυση ή τουλάχιστον πώληση πολεμικού εξοπλισμού από τις Γιουγκοσλαβία και Ε.Σ.Σ.Δ.
Η Γιουγκοσλαβία ανταποκρίθηκε στέλνοντας μικρές ποσότητες πυρομαχικών αλλά δεν μπορούσε να κάνει περισσότερα γιατί και αυτή προσπαθούσε να προετοιμαστεί αναμένοντας τη γερμανική επίθεση και δεν ήταν σε καλύτερη μοίρα από την Ελλάδα.
Η Ε.Σ.Σ.Δ., η οποία «στα χαρτιά» ήταν ιδεολογικά αντίθετη με το Φασισμό και το Ναζισμό, αρνήθηκε να συνδράμει την ελληνική προσπάθεια γιατί «δεν ήθελε να χαλάσει τις καλές της σχέσεις με τη Γερμανία». Προφανέστατα το σύμφωνο Ρίμπεντροπ – Μολότοφ ήταν πιο ισχυρό από το δίκαιο και το σωστό και οι κορώνες «περί προστασίας και ελευθερίας των λαών» ήταν γράμματα κενά περιεχομένου που μόνο στόχο είχαν να εξαπατήσουν τους ευκολόπιστους και ανόητους….[63]
2.5 Οι ενέργειες για την ενίσχυση του φρονήματος του λαού
Το πιο σημαντικό σε έναν πόλεμο δεν είναι η υλικοτεχνική υποδομή των αντιμαχομένων, χωρίς να παραβλέπεται η σημασία της, αλλά η ηθική και ψυχική τους διαφοροποίηση, το θάρρος και η αποφασιστικότητα που θα δείξουν στη μάχη και η διάθεσή τους να θυσιάσουν τα αγαθά που διαθέτουν στο βωμό της νίκης. Συνεπώς ήταν αναγκαία για το καθεστώς η ανύψωση του φρονήματος του ελληνικού λαού έτσι ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του αγώνα.
Δυστυχώς έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε ότι ο λαός μας σε κάθε περίπτωση αντιδρά με τον ίδιο δυναμικό τρόπο, με την ίδια γενναιότητα και τον ίδιο πατριωτισμό. Όμως τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι… Χρειάζεται ψυχολογική προετοιμασία του λαού και του στρατού, χρειάζεται ενημέρωση και εμφύσηση των ελληνικών αξιών και ιδανικών για να καταστεί αυτός αξιόμαχος και δυναμικός αντίπαλος. Αυτά δεν είναι ούτε εύκολα, ούτε αυτονόητα και ο Μεταξάς, όντας ένας από τους καλύτερους Έλληνες στρατιωτικούς του 20ου αιώνα, γνώριζε πάρα πολύ καλά τι χρειαζόταν να κάνει για να καταστήσει τον Ελληνικό Στρατό και πάλι αξιόμαχο.
Στην προσπάθεια ενίσχυσης του φρονήματος του ελληνικού λαού ήταν κατά κύριο λόγο προσανατολισμένη η οικονομική και κοινωνική πολιτική της «4ης Αυγούστου». Έτσι επιδιώχθηκε να μειωθεί στο ελάχιστο η ανεργία, πάρθηκαν γενναίες αποφάσεις υπέρ των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων (π.χ. ίδρυση του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης κ.α.), έγινε ρύθμιση για τα αγροτικά δάνεια με όρους πολύ συμφέροντες για τους αγρότες (αναγκαστικός νόμος 667/1937, σ.σ. άραγε θα μπορέσει να γίνει κάτι ανάλογο με τα πανωτόκία σήμερα όπως και τότε ή δε γίνεται για να μην κατηγορηθούν για νεοφασισμό;), αποδόθηκε πλήρης ιδιοκτησία σε γηγενείς και πρόσφυγες κληρούχους, καθιερώθηκε ο θεσμός των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και της υποχρεωτικής κρατικής διαιτησίας μεταξύ εργοδοτών και εργατών, κατασκεύασε ευρύτατο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο κ.α. [64]Βέβαια απώτερος στόχος των προσπαθειών του Μεταξά ήταν να βελτιώσει τη δημοτικότητά του και να απογαλακτιστεί από το Γεώργιο Β΄, ωστόσο δε θα πρέπει να αγνοηθεί ότι με τις ενέργειες αυτές εξασφάλισε στο λαό ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να επενδύσει μέσα από την προπαγάνδα και την κατευθυνόμενη ενημέρωση.
Κύριο μέλημα του Μεταξά ήταν να επιβάλει την ιδεολογική του ταυτότητα, τον «Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό». Έτσι έθεσε υπό αυστηρότατη λογοκρισία τον Τύπο και τα σχολικά βιβλία και για τέσσερα χρόνια μπόλιασε τις ψυχές των μεγάλων μαζών, και ιδιαίτερα των εύπλαστων νέων, με τα ιδανικά που πρέσβευε ο ίδιος : Βασιλεύς, Πατρίς, Θρησκεία, Αναγέννηση της Ελλάδος, Δόξα, Έθνος, Δύναμη…
Για να επιτύχει τον απόλυτο έλεγχο της νεολαίας ίδρυσε την Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (Ε.Ο.Ν.) της οποίας τέθηκε επικεφαλής.[65] Η Ε.Ο.Ν. υπήρξε ο κύριος εκφραστής της ιδεολογίας της «4ης Αυγούστου» και με τις εκδηλώσεις, τη δράση και τις ενέργειές της (πάντα κατ’ εντολή και με την αμέριστη συμπαράσταση του Μεταξά) συνετέλεσε σε σημαντικό βαθμό στη χαλύβδωση του φρονήματος της πιο δυναμικής κοινωνικής ομάδας, της νεολαίας. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ενώ το 1936 τα μέλη της Ε.Ο.Ν. ήταν μόλις μερικές χιλιάδες, η 28η Οκτωβρίου 1940 την βρήκε να αριθμεί 1.000.607 μέλη![66]
Γενικότερα όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τέθηκαν υπό την αυστηρή επίβλεψη του καθεστώτος. Με τον τρόπο αυτό μπόρεσε να περάσει τις θέσεις του χωρίς να ακούγεται η αντίθετη άποψη ( που σίγουρα θα δίχαζε την κοινή γνώμη) και να εξυπηρετήσει την προετοιμασία της Ελλάδας για τον πόλεμο. Π.χ. αποσιωπήθηκαν με κυβερνητική παρέμβαση τα αποδεικτικά στοιχεία για την ταυτότητα του υποβρυχίου που επιτέθηκε άνανδρα στην «Έλλη» και τη βούλιαξε στην Τήνο στις 15/8/1940 γιατί αν δημοσιοποιούνταν σίγουρο είναι ότι ο ελληνικός λαός θα ήταν εκείνος που θα επέβαλε τον πόλεμο με τους Ιταλούς, πράγμα που για το Μεταξά έπρεπε να αποφευχθεί πάση θυσία.
Τέλος, ο Μεταξάς επεδίωξε και κατάφερε πολύ γρήγορα να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση του στρατεύματος, να εμφυσήσει σε αυτό το πνεύμα της συγκρατημένης επιθετικότητας που τον διέκρινε ως στρατιωτικό και να του δώσει τη χαμένη του πίστη στην πατρίδα, στη σημασία και τη σπουδαιότητα που έχει η θυσία γι’ αυτήν. Ταυτόχρονα η εκπαίδευση των οπλιτών και των αξιωματικών έγινε σκληρότερη και ουσιαστικότερη και αυτό σε συνάρτηση με την εξύψωση του ηθικού του στρατεύματος είχε ως αποτέλεσμα την κατακόρυφη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και η μαχητικής του αξίας.[67] Στα πλαίσια αυτά δεν είναι παράδοξο το γεγονός ότι η απόφαση του καθεστώτος να αυξήσει τη στρατιωτική θητεία όχι μόνο δε βρήκε αντίθετη την κοινή γνώμη αλλά ενθουσίασε όλους, στρατευμένους και μη.[68]
Με τα μέτρα αυτά ο Ιωάννης Μεταξάς κατάφερε να ενεργοποιήσει τα αισθήματα του πατριωτισμού του ελληνικού λαού και να τον προετοιμάσει ψυχολογικά για την επερχόμενη πολεμική καταιγίδα. Κατάφερε να ξυπνήσει τον «κοιμώμενο γίγαντα» που λέγεται ελληνικός λαός και, έστω και για λίγο, να τον ενώσει για να αντιμετωπίσουν όλοι μαζί , λαός και καθεστώς, την ιταμή ιταλική και αργότερα γερμανική επίθεση του 1940 – 1941. Γιατί, όσο φοβερή και ακαταμάχητη κι αν φάνταζε η Φασιστική Ιταλία, ήταν χρέος των Ελλήνων (και το είχαν καταλάβει και μέσα από την προπαγάνδα του καθεστώτος) να αντισταθούν. Εύλογα λοιπόν έρχονται στο μυαλό μας τα λόγια του Μεταξά : « Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλει να μείνει μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήσει. Έστω και χωρίς ελπίδα νίκης. Μόνο διότι πρέπει ! »

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
3.1 Τα αποτελέσματα της προπαρασκευαστικής προσπάθειας
του καθεστώτος
Ποια ήταν όμως τα αποτελέσματα της προπαρασκευαστικής προσπάθειας του καθεστώτος; Ήταν αποτελεσματική η παρέμβαση του Μεταξά και των συνεργατών του ή ματαιοπόνησαν ξοδεύοντας μεγάλα χρηματικά ποσά χωρίς πρακτική αξία; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σ’ αυτό το κεφάλαιο.
Η αναφορά μας θα ξεκινήσει με μια πολύ γνωστή και κοινότυπη διαπίστωση : η μάχη ήταν άνιση αλλά όχι χαμένη. Η Ιταλία, που από το 1938 είχε ξεκαθαρίσει με τη στάση της την πρόθεσή της να εισβάλλει στην Ελλάδα, ήταν μια από τις πλέον ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις της εποχής. Είχε μόλις εξέλθει από έναν πόλεμο και διέθετε «μπαρουτοκαπνισμένους» αξιωματικούς και στρατιώτες που είχαν γαλουχηθεί με τα αισχρά ιδανικά και πρότυπα του Φασισμού. Σε κάθε περίπτωση διέθετε υπεροπλία δυνάμεων σε σύγκριση με την Ελλάδα και η προσπάθεια να αντιμετωπιστεί στρατιωτικά σίγουρα θα ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Ωστόσο η επιλογή της Ελλάδας δεν ήταν άλλη από αυτή της σύγκρουσης. Η επιλογή αυτή δεν επιβλήθηκε από τους Άγγλους, όπως κακόβουλα υποστηρίζουν μερικοί, αλλά από την ιστορία αυτού του τόπου και την εθνική συνείδηση και υπερηφάνεια του λαού που χιλιάδες χρόνια κατοικεί πάνω σ’ αυτόν.
Ο Μεταξάς είχε διατάξει μυστική επιστράτευση ήδη από τις 15/8/1940.[69] Έτσι το πρωί της 28ης Οκτωβρίου ούτε αυτός ήταν ανέτοιμος, ούτε βέβαια και ο στρατός που ανέμενε την επίθεση με τα όπλα ανά χείρας. Άλλωστε περίμενε το ιταλικό τελεσίγραφο από μέρα σε μέρα καθώς γνώριζε πολύ καλά τις προθέσεις της ιταλικής κυβέρνησης.[70]
Από την πρώτη στιγμή άρχισε να εφαρμόζεται το Σχέδιο Αμύνης 1939 Β΄, το οποίο προέβλεπε τακτική υποχώρηση του στρατού και κατόπιν αντεπίθεση με όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις. Την τακτική αυτή υποχώρηση οι Ιταλοί την εξέλαβαν ως άτακτη φυγή και λίγο έλειψε να σπεύσουν να πανηγυρίσουν μια εύκολη νίκη που δεν ήρθε ποτέ. Η πραγματικότητα ήταν πολύ πικρή γι’ αυτούς.
Στις αρχές του Νοεμβρίου του 1940 αρχίζει η βάσει σχεδίου αντεπίθεση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η σφοδρότητα και η δυναμική της γρήγορα έδιωξαν τους εισβολείς από το ελληνικό έδαφος. Αμέσως ο αμυνόμενος έγινε επιτιθέμενος και οι μεγάλες νίκες δεν άργησαν να έρθουν. Κορυτσά, Αργυρόκαστρο, Τεπελένι είναι μερικές από της ελληνικές πόλεις της Βορείου Ηπείρου που απελευθέρωσε ο Ελληνικός Στρατός και σκόρπισε χαρά στους Έλληνες απανταχού της Γης. Πέρα από αυτό γέννησε την ελπίδα στους κατακτημένους λαούς και στις αντιμαχόμενες τον Άξονα χώρες πως τελικά το αήττητο του Άξονα ήταν απλά ένας κακός μύθος και πως με αγώνα και θυσίες, μες θάρρος και αυταπάρνηση το «φως μπορούσε να επικρατήσει του σκότους». Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι τον Ιανουάριο του 1941 οπότε και παγιώθηκε πάντα υπέρ των Ελλήνων και δεν άλλαξε ούτε μετά την υποταγή της Ελλάδας στους Γερμανούς, ακόμα και τότε στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου οι Έλληνες ήταν οι αδιαφιλονίκητοι νικητές!
Και όχι μόνο αυτό… Οι αναπάντεχες για τους Ιταλούς ήττες κλόνισαν συθέμελα την πίστη των Ιταλών στο Φασισμό και τις αξίες του. Ανέτρεψαν τις ισορροπίες και τις διεθνείς συμμαχίες καθώς αποτράπηκε η είσοδος της Ισπανίας και της Τουρκίας στον πόλεμο στο πλευρό του Άξονα. Ανάγκασε τον Χίτλερ να στρέψει την προσοχή του στη Βαλκανική Χερσόνησο και ανέτρεψε τα χρονοδιαγράμματα της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα», της επίθεσης, δηλαδή, εναντίον της Ε.Σ.Σ.Δ. Κυρίως βοήθησε τους Βρετανούς να επικρατήσουν στο Βορειοαφρικανικό μέτωπο καθώς δεν επέτρεψε στους Ιταλούς να στείλουν στρατιωτικές ενισχύσεις στην Αφρική.[71]
Η πολεμική προετοιμασία της Ελλάδας είχε φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα! Μόνη της, χωρίς καμία άλλη εξωτερική βοήθεια, αντιμετώπισε και ανέτρεψε τα σχέδια μιας υπερδύναμης που τόλμησε να θίξει την εδαφική της ακεραιότητα.
Οι πιο σημαντικοί παράγοντες για την επιτυχία αυτή «την επιτυχία του ελληνικού λαού και μόνον αυτού», όπως είπε και ο στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος, ήταν η άρτια εκπαίδευση του ελληνικού στρατού, η σημαντική του ενίσχυση με σύγχρονο πολεμικό εξοπλισμό κατά την περίοδο 1936 – 1940 και κυρίως στο φρόνημα και το ακμαίο ηθικό του ελληνικού λαού και της ηγεσίας του που δε λύγισαν ούτε μία στιγμή από το βάρος των περιστάσεων!
Βέβαια η Ελλάδα είχε ανάγκη ενίσχυσης σε όλους τους τομείς καθώς μετά από κάποιο σημείο άρχισαν να γίνονται εμφανείς οι ελλείψεις σε πολεμικό εξοπλισμό και πολεμοφόδια. Έγιναν οι απαραίτητες ενέργειες αλλά οι εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο δεν επέτρεψαν την ενίσχυση του στρατού με νέα όπλα. Μερικώς η έλλειψη καλύφθηκε από τα λάφυρα που εξασφάλισε ο Ελληνικός Στρατός με την ορμητική του επίθεση και την κατανίκηση του εχθρού αλλά αυτά δε θα μπορούσαν να είναι παρά ημίμετρα. Τα κυριότερα από αυτά καταγράφονται στον πίνακα 5 του παραρτήματος της εργασίας.[72]
Εξωτερική στρατιωτική βοήθεια ήρθε από την Αγγλία μετά τον Ιανουάριο του 1941[73] και αυτό γιατί ο Μεταξάς δεν ήθελε να προκαλέσει την επέμβαση της Γερμανίας, μολονότι την είχε προβλέψει από τις 28/10/1940.[74] Ήταν ανεπαρκής αλλά απόλυτα απαραίτητη για την άμυνα της χώρας και ενίσχυσε σε κάποιο βαθμό την ελληνική προσπάθεια.
Το ηθικό του λαού ήταν στα ύψη όχι μόνο μετά τις συνεχόμενες επιτυχίες αλλά και με το ξέσπασμα του πολέμου. Η δίψα για εκδίκηση, η αίσθηση του αδικημένου αλλά και μια περίεργη ιερή υποχρέωση που ένιωθαν όλοι να συνεισφέρουν στον αγώνα με κάθε μέσο (οικονομικά, με εράνους, με την κατασκευή εφοδίων και ενδυμάτων κ.α.) ήταν κάτι παραπάνω από συγκινητική. Ήταν αληθινή! Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δε σταμάτησαν στιγμή να στηρίζουν τις προσπάθειες του έθνους και συγχρόνως συστρατεύτηκαν με το Μεταξά υπακούοντας στις εντολές του, αν και όλοι είχαν προβλήματα με αυτόν. Οι καλλιτέχνες επικαλέστηκαν τις Μούσες τους για να δηλώσουν τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη τους με τα μαχόμενα παιδιά και όλοι σαν μια γροθιά ανέμεναν τις νέες νικηφόρες ανακοινώσεις του ΓΕΣ.[75]
Μοιραία όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και η αναμενόμενη γερμανική επίθεση πραγματοποιήθηκε στις 6 Απριλίου 1941. Οι εξασθενημένες ελληνικές δυνάμεις δεν άντεξαν και υποτάχτηκαν σε έναν εχθρό αριθμητικά πολύ ανώτερο αλλά ψυχικά πολύ μικρό… Ακόμα όμως και τότε η ελληνική ψυχή έδωσε τα δείγματα γραφής που όλη η ανθρωπότητα ανέμενε. Το τεχνολογικό καύχημα του καθεστώτος, τα οχυρά της «Γραμμής Μεταξά» δεν ηττήθηκαν. Συνθηκολόγησαν μαχόμενα και μόνο αφού κάθε δυνατότητα αντίστασης στα μετόπισθεν είχε χαθεί, γράφοντας άλλη μια λαμπρή σελίδα στην ελληνική ιστορία και κερδίζοντας τα ευμενή σχόλια των αντιπάλων τους.
Έτσι παρ’ όλη την προσπάθεια του καθεστώτος και τις θυσίες του ελληνικού λαού επήλθε το μοιραίο. Η Ελλάδα υποτάχτηκε στις Δυνάμεις του Άξονα ( Βουλγαρία, Γερμανία, Ιταλία ) και ο λαός πέρασε τρία χρόνια στην κόλαση της βαρβαρικής κατοχής. Ο Μεταξάς, ο οποίος σήκωσε στις πλάτες του το πρωινό της 18/10/1940 την τιμή και την βούληση ενός ολόκληρου λαού δεν βρισκόταν στη ζωή για να το δει. Η μοίρα του είχε επιφυλάξει το θάνατο που επιθυμούσε : να πεθάνει μαχόμενος, νικητής και (έστω και υπό τις περιστάσεις) λαοφιλής και κοσμαγάπητος.
Ωστόσο η ηρωική στάση του και η του έχουν καταστεί αιώνια σύμβολα της πάλης ενάντια στον σκοταδισμό, το ναζισμό, το φασισμό και της ανελευθερία. Άλλωστε, όπως υποστηρίζει γνωστή κρητική μαντινάδα « Το αντρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δε λογίζεται ».
3.2 Τα σχόλια των ξένων για την πολεμική προσπάθεια
της Ελλάδας
Ο αντίκτυπος που είχε στο εξωτερικό η απόφαση ελληνικής ηγεσίας και λαού να αντισταθεί στις Δυνάμεις του Άξονα φαίνεται από τις δηλώσεις επιφανών προσώπων της ιστορούμενης εποχής. Δεν ήταν μόνο η απόφαση των Ελλήνων να αγωνιστούν εναντίον τους, ήταν κυρίως το γεγονός ότι αν και πολεμούσαν εναντίον υπέρτερων αντιπάλων, νικούσαν και συνέχιζαν τις προσπάθειές του με μεγαλύτερο θάρρος και σθένος!
Η αναφορά μας στις δηλώσεις των επιφανών της εποχής θα αρχίσει με αυτούς που για λόγους ιστορικού συμβιβασμού ονομάζουμε «Συμμάχους», αν και δεν ήταν λίγες οι φορές που έδειξαν προθυμία να εγκαταλείψουν την Ελλάδα στην τύχη της, όταν άλλαξαν τα συμφέροντά τους (π.χ. οι Άγγλοι προθυμοποιήθηκαν να «παραχωρήσουν» τη Θεσσαλονίκή στους Γιουγκοσλάβους, αν αυτοί συμμαχούσαν μαζί τους στον πόλεμο).
Όταν ανακοινώθηκε η ιταλική επίθεση, στις 28/10/1940, ο πρωθυπουργός του Καναδά Μακένζι Κινγκ δήλωνε : « Όταν η κοιτίδα του ευγενέστερου πολιτισμού που γνώρισε η ανθρωπότητα, η χώρα που της οφείλουμε ό,τι καθιστά τη ζωή ανώτερη και ωραιότερη υφίσταται μια τέτοια επίθεση, η θέση όλων των αληθινών ανθρώπων είναι στο πλευρό της».. Μόλις 8 μήνες αργότερα η συμπάθεια των ξένων για τον αγώνα των μακρινών απογόνων του Λεωνίδα, του Μιλτιάδη, του Παυσανία, του Περικλή και του Μεγάλου Αλεξάνδρου είχε γίνει θαυμασμός και αποτελούσε φωτεινό παράδειγμα μίμησης αλλά και ελπιδοφόρα ηλιαχτίδα…
Τον Απρίλιο του 1941 ο πρωθυπουργός της Αγγλίας Ουίνστον Τσόρτσιλ δήλωνε με νόημα : « Κάποτε λέγαμε : Οι Έλληνες μάχονται σαν ήρωες. Σήμερα λέμε : Οι ήρωες μάχονται σαν Έλληνες ». Η αγγλική εφημερίδα London Times έγραφε το Μάιο του 1941 πως « Τίποτε σήμερον δεν είναι περισσότερο τιμητικό από το να λέγεσαι Έλλην », ενώ ο πρόεδρος των Η.Π.Α. Φραγκλίνος Ρούσβελτ έγραφε στον Έλληνα πρεσβευτή στην Washington στις 28 -10 -1942 μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: « …Όταν η ηπειρωτική Ελλάς κατελήφθη από την εχθρικήν υπεροπλίαν η αντίστασις εξηκολούθησεν από τα νήσους. Και όταν αι νήσοι έπεσαν, η αντίστασις εξηκολούθησεν από την Αφρικήν… Η Ελλάς δημιούργησεν το παράδειγμα το οποίον ο καθείς από ημάς οφείλει να ακολουθήσει μέχρις ότου οι άρπαγες της ελευθερίας αχθούν τελικώς εις της δικαίαν εξόντωσήν των ».
Ο Βρετανός Λόρδος Χάλιφαξ δήλωσε με νόημα για τον ελληνικό αγώνα : « Ποτέ το όνομα της Ελλάδας δεν εστάθη τόσο ψηλά », ενώ ο πρωθυπουργός της Νοτίου Αφρικής Γιαν Σμάτς στις 28/10/1940 δήλωνε πως « Η Ελλάδα με τον ηρωισμό της κατάφερε ένα αθεράπευτο πλήγμα κατά του μεγαλείου της Ρώμης του Μπενίτο Μουσολίνι. Πραγματικώς γεννήθηκε μια νέα Ελλάς όπως την ονειρεύτηκαν οι ποιηταί…»!
Επιπλέον ο υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Άντονι Ήντεν ( Antony Eden ) στις 24 - 9 - 1942 δήλωνε ότι : « Άσχετα με το ό,τι πουν οι ιστορικοί του μέλλοντος, εκείνο που εμείς από τώρα μπορούμε να πούμε είναι ότι η Ελλάς πρώτη έδωσε επώδυνο μάθημα στις δυνάμεις του Μουσολίνι. Εμείς, οι Άγγλοι, δε θα λησμονήσουμε ποτέ την ανακούφιση και την παρηγοριά που μας προσέφερε κατά τις αγωνιώδεις εκείνες στιγμές του πολέμου η τιμιότητα και η αξιοπρέπεια της στάσης των Ελλήνων ».
Ο στρατηγός Ντε Γκολ δήλωσε «… Ο φάρος της ανθρωπότητας που λέγεται Ελλάδα απέδειξε για μία ακόμη φορά την επικράτηση του πνεύματος επί της ύλης…» ενώ ταυτόχρονα ο ραδιοφωνικός σταθμός των Ελεύθερων Γάλλων της Αφρικής με μήνυμά του δήλωνε ότι « Όλοι οι αληθινοί Γάλλοι βρίσκονται πλάι στη μικρή Ελλάδα που δίνει και σε άλλα μεγαλύτερα έθνη ένα υπέροχο παράδειγμα ».
Η αναγνώριση της ελληνικής προσπάθειας ήρθε όμως και από την πλευρά των Σοβιετικών.
Ο μεγαλύτερος Σοβιετικός στρατιωτικός όλων των εποχών, ο στρατάρχης Ζούκωφ στα «Απομνημονεύματά» του έγραψε : « Αν ο Ρωσικός λαός κατόρθωσε να ανορθώσει το κουρασμένο κορμί του μπροστά στις πόρτες της Μόσχας, να συγκρατήσει και να ανατρέψει το γερμανικό χείμαρρο, το οφείλει στον ελληνικό λαό που καθυστέρησε τις γερμανικές μεραρχίες όλο τον καιρό που θα τους επέτρεπε να μας γονατίσουν ».
Η ευγνωμοσύνη προς την Ελλάδα εκφράστηκε και από την επίσημη Ε.Σ.Σ.Δ. δια στόματος του εκφωνητή του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Μόσχας, ο οποίος είπε : « Επολεμήσατε άοπλοι εναντίον πανόπλων και νικήσατε. Μικροί εναντίον μεγάλων και επικρατήσατε. Δεν ήτο δυνατό να γίνει αλλιώς διότι είσθε Έλληνες. Εκερδίσαμε χρόνον δια να αμυνθώμεν. Ως Ρώσοι και ως άνθρωποι σας είμεθα
Ευγνώμονες ».
Πέρα όμως από τους «συμμάχους» θετικά σχόλια έκαναν και οι αντίπαλοί μας.
Ο Αδόλφος Χίτλερ εκθείασε τη γενναιότητα του ελληνικού λαού. Λίγο πριν από την πτώση της Κρήτης δήλωσε στο Ράιχσταγκ : « Η ιστορική δικαιοσύνη επιβάλλει την υποχρέωσην να διαπιστωθεί ότι απ’ όλους τους αντιπάλους τους οποίους αντιμετωπίσαμεν, ο Ελληνικός Στρατός επολέμησεν με ύψιστον ηρωισμόν και αυτοθυσίαν ». Στις 9/4/1941 με διαταγή του άφησε ελεύθερους τους μαχητές της
« Γραμμής Μεταξά » που παραδόθηκαν μετά τη συνθηκολόγηση γιατί « δεν μπορούσε να κρατήσει αιχμάλωτους τόσο ηρωικούς μαχητές ». Ο ίδιος πάλι στις 30 - 3 - 1944 θα παραδεχτεί με αρκετή διάθεση αυτοκριτικής :
« Αν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί εις την Ελλάδα και δεν εχρειάζοντο τη βοήθειά μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετικήν τροπήν. Θα είχαμε προλάβει να κατακτήσωμεν το Λένινγκραντ και τη Μόσχα πριν πιάσει το Ρωσικόν ψύχος ».
Ο Γερμανός στρατηγός Φον Μπράουχιτς υποστήριξε πως « …Η αντίσταση των Ελλήνων στα οχυρά Μεταξά και στο έδαφος της Κρήτης στοίχισε πολύ ακριβά στην πολεμική προετοιμασία εναντίον της Ε.Σ.Σ.Δ. γιατί χάθηκε αρκετός και πολύτιμος χρόνος που απέβη εις βάρος μας…»
Οι παραπάνω αναφορές είναι ενδεικτικές αλλά αντιπροσωπευτικές του αντίκτυπου που είχε η μαχητικότητα, ο πατριωτισμός και η αυταπάρνηση που έδειξαν ο ελληνικός λαός και οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις κατά τον ελληνοϊταλικό και ελληνογερμανικό πόλεμο του 1940 – 41. Στον πόλεμο αυτό, του οποίου την προετοιμασία είχε επιμεληθεί το καθεστώς, η γενναιοψυχία και ο ηρωισμός των Ελλήνων μακροπρόθεσμα έθεσαν τα θεμέλια της συμμαχικής νίκης.
Ως επίλογο του κεφαλαίου θα παραθέσουμε τα λόγια του Άγγλου αρθρογράφου με του ψευδώνυμο « Κάντιτους » ο οποίος έγραψε στην εφημερίδα που εργαζόταν : « Ρίξτε ένα βλέμμα στο μακρύ κατάλογο των εθνών που υποτάχτηκαν υπό τον Άξονα από το 1938 και θα δείτε ότι η γενναιοψυχία των Ελλήνων φωτίζει σαν Ήλιος ένα σκοτεινό κόσμο…».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η Μάχη της Ελλάδας, όπως επικράτησε να λέγεται ο ελληνοϊταλικός και ελληνογερμανικός πόλεμος του 1940 – 1941, υπήρξε καθοριστική για την πορεία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μολονότι μέλημα της ελληνικής ηγεσίας ήταν η μη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, παρολαυτά αναγνωρίζονταν τους κινδύνους και τα αδιέξοδα που δημιουργούσε η παγκόσμια κατάσταση έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να προετοιμάσει τη χώρα για τον πόλεμο. Μάλιστα η προσπάθεια παίρνει άλλες διαστάσεις αν αναλογιστεί κανείς την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η πολεμική μηχανή της Ελλάδας ( υλικά και ηθικά ) και τις διεθνείς συνθήκες.
Ο στόχος της ελληνικής ηγεσίας δεν ήταν μόνο η εξασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας. Άλλωστε αυτό ήταν πολύ δύσκολο να επιτευχθεί γιατί ο εχθρός ήταν πολύ ισχυρότερος και η θέση της Ελλάδας πάρα πολύ σημαντική για να αγνοηθεί. Στόχος ήταν να συμμαχήσει η Ελλάδα με τον τελικό νικητή έτσι ώστε, όταν λήξει ο πόλεμος και διανεμηθούν τα «λάφυρα» στους νικητές η Ελλάδα να είναι μεταξύ αυτών και να επωφεληθεί της ευκαιρίας. Αυτό έγινε, ωστόσο η άθλια εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας την εποχή εκείνη και η απουσία δυναμικής πολιτικής ηγεσίας δεν απέφεραν τίποτε περισσότερο από την προσάρτηση των Δωδεκανήσων στο ελληνικό κράτος…
Θεωρημένη υπό το πρίσμα αυτό η μάχη της Ελλάδας αποκτά εντελώς διαφορετική αξία καθώς ξεφεύγει από τα στενά χρονικά και τοπικά πλαίσια στα οποία έλαβε χώρα και προσλαμβάνει ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις μάχες που διαμόρφωσαν την παγκόσμια Ιστορία. Αποτελεί
Αποτελεί φυσική συνέχεια των ιστορικών μαχών του Μαραθώνα, των Θερμοπυλών και της ναυμαχίας της Σαλαμίνας με τις οποίες κοινός παρονομαστής δεν είναι μόνο το γεγονός ότι διεξήχθησαν σε ελληνικό έδαφος αλλά κυρίως το ότι οι Έλληνες, πάντοτε υπό αντίξοες συνθήκες, κατάφεραν με το αίμα τους να υπερασπιστούν τις αξίες και τα ιδανικά όλων των ελεύθερων ανθρώπων. Η θυσία των Ελλήνων στρατιωτών και πολιτών αποτελεί όχι μόνο λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση αλλά και αιτία για να αναλογιστούμε τη βαρύτατη ευθύνη που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας να διαφυλάξουμε και με το αίμα μας αν ποτέ χρειαστεί, αξίες όπως η δημοκρατία, η δικαιοσύνη, η ελευθερία που αποτελούν γεννήματα του ελληνικού πολιτισμού, του ελληνικού τρόπου
« σκέπτεσθαι » και «δραν».
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι αν και η στρατιωτική ήττα των Ελλήνων ήταν αναπόφευκτη λόγω των παραγόντων που έχουν ήδη αναφερθεί και ήταν πάνω και πέρα από τις δυνάμεις τους, μολοταύτα η ηθική τους νίκη ήταν απόλυτη και τα αποτελέσματά της είναι ορατά ακόμα και στην καθημερινή ζωή του σύγχρονου ανθρώπου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΓΕΣ – ΔΙΣ : Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου (1940 – 41), ΑΘΗΝΑ, 1985, εκδ.: Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διοίκηση Ιστορίας Στρατού

ΓΕΣ – ΔΙΣ : Εφοδιασμοί του Στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών Πυροβολικού και Πεζικού κατά τον πόλεμον 1940 – 41,
ΑΘΗΝΑ, 1982, εκδ.: ΓΕΣ – ΔΙΣ
Εκδοτική Αθηνών : Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος : ΙΕ΄, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών
Εκδοτική Αθηνών : Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος : 6, ΑΘΗΝΑ, 1991, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών
«Ήλιος» : Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος : ΙΔ΄, ΑΘΗΝΑ, χ.χ., εκδ.: εκδόσεις «Ήλιος»
Καλούδης Σπύρος : Η θέση της Ελλάδας και οι διεθνείς της σχέσεις στον πόλεμο 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1997, εκδ.: « Νέα Σύνορα », εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη

Καρβουναράκης Θεοδόσιος : Η Ιταλική και ελληνική εξωτερική πολιτική στην πορεία προς την 28η Οκτωβρίου, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1998, εκδ.: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Κόκκινος Διονύσιος : Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος, τόμος : 4, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Μέλισσα
« Ματσούκας Χρήστος » : Επιστήμη και Παιδεία, τόμος : 5, 7, ΑΘΗΝΑ, χ.χ., εκδ.: Εκδοτικός Οργανισμός « Χρήστος Ματσούκας »

Μοσχόπουλος Γεώργιος : Ιστορία του Νέου Ελληνικού Κράτους τόμος Α (1832 – 1940), ΑΘΗΝΑ, 1998, εκδ.: Α. Χριστάκη

«Πάπυρος» : Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, τόμος : 42, ΑΘΗΝΑ, 1989, εκδ.: Πάπυρος

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Αθανασιάδης Τίτος : «Μύθοι και αλήθειες γύρω από τον Μεταξά του ’40», εφημ.: Απογευματινή της Κυριακής, 2002, αρ. φύλλου: 27/10/2002, σελ.: 40 - 41
Ακτσόγλου Ιάκωβος : « 1935 – 40 : Αναμένοντας τη μεγάλη καταιγίδα »,
εφημ.: Τύπος της Κυριακής (ειδικό ένθετο : Ορθοδοξία και Ελληνισμός), 2002, αρ. φύλλου : 733, σελ.: 4 -5
Αντωνακέας Ιωάννης : «Το ανυπέρβλητον έπος του 19940 – 41 », εφημ.: Α1, 2001, αρ. φύλλου: 83, σελ.: 9
Βαρσάμη Δέσποινα : « Ιωάννης Μεταξάς : Μια αμφιλεγόμενη πολιτική φυσιογνωμία », περ.: Ιστορικά θέματα, 2003, τεύχος : 16 Μάρτιος, σελ.: 54 – 69
Γεδεών Δημήτριος : « Τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Η Μάχη των Οχυρών), 2002, σελ.: 48 - 63
Γιαννόπουλος Νίκος : « Οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας – Ιταλίας πριν από το Β΄ ΠΠ », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.:
86 - 95
Κιοτζέκογλου Μίλτος : « Αντιτορπιλικό << Βασίλισσα Όλγα >> », περ.: Πόλεμος και Ιστορία, 1997, τεύχος : 8 Σεπτέμβριος, σελ.: 21 - 27
Κουμέλης Χρήστος : « Ο Ιωάννης Μεταξάς και το έργο του », εφημ.: Α1, 2002, αρ. φύλλου: 97,σελ.: 14 - 15
Λεονταρίτης Γεώργιος : « Ο μυστηριώδης θάνατος του Ιωάννη Μεταξά», εφημ.: Η Βραδινή της Κυριακής, 2002, αρ. φύλλου : 27/10/2002, σελ.: 50 - 51
Λεονταρίτης Γεώργιος : « Οι πρωταγωνιστές του μεγάλου ΟΧΙ », εφημ.: Η Βραδινή της Κυριακής, 2002, αρ. φύλλου : 27/10/2002, σελ.: 30 - 31
Μάντζαρης Παναγιώτης : « Η Διοικητική Μέριμνα κατά το Αλβανικό Έπος », περ.: Ναυτική Επιθεώρηση, 2000, τεύχος : 552 Μάρτιος – Απρίλιος, σελ.: 181 - 200
Μαρκαντωνάτος Δημήτρης : « Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος στον αέρα », περ.: Αεροπορική Ιστορία, 1999, τεύχος : 1 Οκτώβριος – Νοέμβριος, σελ.: 32 - 43
Μαυριδόπουλος Λυκούργος : « Ένδυση και εφόδια του Έλληνα στρατιώτη το 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία, 1998, τεύχος : 26 Οκτώβριος, σελ.: 40 - 50
Μπάρμπης Κωνσταντίνος : « Προς τα κινήματα του 1933 και 1935 », εφημ.: Α1, 2002, αρ. φύλλου: 98, σελ.: 25
Μπάρμπης Κωνσταντίνος : « Τι παρέλαβε ο Ι. Μεταξάς », εφημ.: Α1, 2001, αρ. φύλλου: 86, σελ.: 25
Μπέλλα Ειρήνη : « Με την τέχνη τους για βόλι», εφημ.: Η Βραδινή της Κυριακής, 2002, αρ. φύλλου : 27/10/2002, σελ.: 48 - 49
Μπλαβέρης Λεωνίδας : « Η Μάχη των Οχυρών », περ.: Πόλεμος και Ιστορία, 2001, τεύχος : 41 Μάιος, σελ.: 52 - 61
Μπλαβέρης Λεωνίδας : « Τα οχυρά Ρούπελ και Ιστίμπεη », περ.: Πόλεμος και Ιστορία, 2002, τεύχος : 51 Απρίλιος, σελ.: 28 - 37
Νικολάου Χαράλαμπος : « Η οργάνωση και η προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 36 - 51
Παπαδόπουλος Δημήτρης : « Ο οπλισμός του Έλληνα στρατιώτη (1940 – 41) », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 66 - 77

Παπαστρατής Προκόπης : « Ιωάννης Μεταξάς : Με το «ΟΧΙ» μπόρεσε να εκφράσει και τον λαό », 1999, εφημ.: ΤΑ ΝΕΑ, αρ. φύλλου : 23/12/1999, σελ.: 18
Στεφανάδης Αδάμ : « Αντιτορπιλικό Βασιλεύς Γεώργιος ( D-14) », περ.: Πόλεμος και Ιστορία, 1998, τεύχος : 17 Ιούνιος, σελ.: 50 - 61
Στούρας Ιωάννης : « Το Αυστραλονεοζηλανδικό Εκστρατευτικό Σώμα στην Ελλάδα (Απρίλιος – Μάιος 1941) », περ.: Στρατιωτική Ιστορία, 1997, τεύχος : 10 Μάιος, σελ.: 48 - 57
Στούρας Ιωάννης : « 1940 : Οι « άοπλοι μαχητές » του ελληνοϊταλικού πολέμου », περ.: Στρατιωτική Ιστορία, 1998, τεύχος : 26 Οκτώβριος, σελ.: 25 - 31
Τερνιώτης Γιάννης : « Οχήματα, Τεθωρακισμένα και Μοτοσικλέτες του Ελληνικού Στρατού στον πόλεμο του ’40 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 78 - 85
Τσιλιόπουλος Ευθύμιος : « Το Ελληνικό Πυροβολικό στον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 52 - 65
Τσιλιόπουλος Ευθύμιος : « Το πυροβολικό κατά τη Μάχη των Οχυρών », περ.: Στρατιωτική Ιστορία( ειδικό αφιέρωμα : Η Μάχη των Οχυρών ), 2002, σελ.: 72 - 83
Χρονόπουλος Φώτης : « Με όπλο τη γραφίδα », εφημ.: Τύπος της Κυριακής (ειδικό ένθετο : Ορθοδοξία και Ελληνισμός), 2002, αριθμός φύλλου : 733, σελ.: 8 - 9
Χρονόπουλος Φώτης : « Μέθυσαν με τ’ αθάνατο κρασί του ’21 », εφημ.: Τύπος της Κυριακής (ειδικό ένθετο : Ορθοδοξία και Ελληνισμός), 2002, αρ. φύλλου : 733, σελ.: 6 - 7

INTERNET

www.forthnet.gr/EAAN/t16.html
www.webpersonal.net/metaxas/metaxas/article20.htm

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

ΑΝΤΙΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟ ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟ
Α/Α
ΤΥΠΟΣ
ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ 1935-1940
ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ 1940
1.
BOFORS 80mm
4
4
2.
KRUPP 88 mm
24
24
3.
RHEINMETALL 37 mm
54
54
4.
RHEINMETALL20 mm (ΣΕ ΒΑΡΥ ΚΙΛΛΙΒΑΝΤΑ)
56
56
5.
RHEINMETALL 20 mm (ΣΕ ΕΛΑΦΡΥ ΚΙΛΛΙΒΑΝΤΑ)
52
52
6.
ΑΝΤΙΑΕΡΟΠΟΡΙΚΑ ΠΟΛΥΒΟΛΑ 13,2 mm
32
32
ΠΙΝΑΚΑΣ 2

ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟ ΜΑΧΗΣ

Α/Α
ΤΥΠΟΣ
ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ 1935-1940
ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ 1940
1.
ΒΑΡΕΑ ΠΥΡΟΒΟΛΑ 115 mm/ 17
1
60
2.
ΡΥΜΟΥΛΚΑ ΠΥΡΟΒΟΛΩΝ ΤΥΠΟΥ SOMYA
48
48
3.
ΡΥΜΟΥΛΚΑ ΠΥΡΟΒΟΛΩΝ ΤΥΠΟΥ DEMLER 100 hip
24
24
4.
ΡΥΜΟΥΛΚΑ ΠΥΡΟΒΟΛΩΝ ΤΥΠΟΥ DEMLER 65 / 3 85 hip
108
108
5.
ΡΥΜΟΥΛΚΑ ΠΥΡΟΒΟΛΩΝ ΤΥΠΟΥ DEMLER 85 hip
44
44
6.
ΡΥΜΟΥΛΚΟΥΜΕΝΑ ΟΧΗΜΑΤΑ ΒΛΗΤΟΦΟΡΑ «MOTOMECHANICA»
108
108
7.
ΤΡΙΚΥΚΛΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ
96
96
8.
ΔΙΚΥΚΛΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ
42
42
ΠΙΝΑΚΑΣ 3

ΤΥΦΕΚΙΑ – ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΟΠΛΑ

Α/Α
ΤΥΠΟΣ
ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ 1935-1940
ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ 1940
1.
ΤΥΦΕΚΙΟ MAUSER 7,92 mm
50000
85150
2.
ΕΛΑΦΡΑ ΠΟΛΥΒΟΛΑ HOTCHKISS 7,92 mm
400
2150
3.
ΟΠΛΟΠΟΛΥΒΟΛΑ HOTCHKISS 6,5 mm
200
6200

ΠΙΝΑΚΑΣ 4

Η ΕΒΑ ΤΟ 1940

ΜΟΙΡΕΣ ΔΙΩΞΗΣ

21η
22η
23η
24η
ΤΥΠΟΣ Α/Φ
PZL P 24
PZL P 24
PZL P 24
Block MB 151

ΕΝΕΡΓΑ Α/Φ

} Συνολικά 24
9
ΜΟΙΡΕΣ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΥ
31η
32η
33η
Potez 63
Blenhelm Mk lV
Fairey Battle
8
11
10
ΜΟΙΡΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ
1η
2η
3η
4η
Breguet 19
Breguet 19
Henschel 126
Potez 25
} Συνολικά 9
15
17
ΜΟΙΡΕΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ
11η
12η
13η
Fairey IIIF
Dornier 22
Avro Anson
9
12
9

ΠΙΝΑΚΑΣ 5

ΛΑΦΥΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΟΡΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟ

Α/Α

ΤΥΠΟΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ
1
ΟΡΕΙΒΑΤΙΚΑ ΠΥΡΟΒΟΛΑ ARMSTRONGPOSSOLI 65mm
42
2
ΟΡΕΙΒΑΤΙΚΑ ΠΥΡΟΒΟΛΑ SKODA 75mm
33
3
ΠΥΡΟΒΟΛΑ SKODA 149mm
7
4
ΠΥΡΟΒΟΛΑ SKODA 100mm
15
5
ΑΝΤΙΑΕΡΟΠΟΡΙΚΑ ΠΥΡΟΒΟΛΑ BREDA 20mm
8
6
ΑΝΙΑΡΜΑΤΙΚΑ ΠΥΡΟΒΟΛΑ 47mm
23
7
ΕΠΙΘΕΤΙΚΕΣ ΧΕΙΡΟΒΟΜΒΙΔΕΣ
41.000
8
ΒΛΗΜΑΤΑ ΟΛΜΩΝ BRAND 81mm
836
9
ΒΛΗΜΑΤΑ ΟLΜΙΣΚΩΝ BRIXIA 45 mm
10.500
10
ΦΥΣΙΓΓΙΑ ΤΥΦΕΚΙΩΝ ΚΑΙ ΟΠΛΟΠΟΛΥΒΟΛΩΝ 6.5mm
3.750.000
11
ΦΥΣΙΓΓΙΑ ΠΟΛΥΒΟΛΩΝ 8 mm
1.034.000
12
ΒΛΗΜΑΤΑ ΠΥΡΟΒΟΛΟΥ SKODA 75mm/27
10.060
13
ΒΛΗΜΑΤΑ ΑΝΤΙΑΡΜΑΤΙΚΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΟΥ 47mm
14.275
14
ΒΛΗΜΑΤΑ ΒΑΡΕΩΣ ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟΥ 149mm
5.675
15
ΒΛΗΜΑΤΑ ΠΥΡΟΒΟΛΟΥ 56mm
9.800
16
ΒΛΗΜΑΤΑ ΠΥΡΟΒΟΛΟΥ 105mm/28
3.092
17
ΠΥΡΟΣΩΛΗΝΕΣ ΟΛΜΩΝ 81mm
7.250
« Όσο και αν οι εχθροί απεχθάνονται το όνομά μου, είναι καταδικασμένοι να το ενθυμούνται όταν θα αναφέρονται στις ένδοξες σελίδες της Γαλλικής Ιστορίας…»
Μέγας Ναπολέων

[1] Ι) «Πάπυρος» : Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, τόμος : 42, ΑΘΗΝΑ, 1989, εκδ.: Πάπυρος, σελ.: 13 ΙΙ) Εκδοτική Αθηνών : Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος : 6, ΑΘΗΝΑ, 1991, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 156 ΙΙΙ) Βαρσάμη Δέσποινα : « Ιωάννης Μεταξάς : Μια αμφιλεγόμενη πολιτική φυσιογνωμία », περ.: Ιστορικά θέματα, 2003, τεύχος : 16 Μάρτιος, σελ.: 56

[2] Ι) «Πάπυρος» : Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, τόμος : 42, ΑΘΗΝΑ, 1989, εκδ.: Πάπυρος, σελ.: 13 ΙΙ) Εκδοτική Αθηνών : Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος : 6, ΑΘΗΝΑ, 1991, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 156 ΙΙΙ) «Ήλιος» : Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος : ΙΔ΄, ΑΘΗΝΑ, χ.χ., εκδ.: εκδόσεις «Ήλιος» , σελ: 582
[3] Βαρσάμη Δέσποινα : « Ιωάννης Μεταξάς : Μια αμφιλεγόμενη πολιτική φυσιογνωμία », περ.: Ιστορικά θέματα, 2003, τεύχος : 16 Μάρτιος, σελ.: 69
[4] Εκδοτική Αθηνών : Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος : 6, ΑΘΗΝΑ, 1991, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 157
[5] Ι) Εκδοτική Αθηνών : Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος : 6, ΑΘΗΝΑ, 1991, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 157 ΙΙ) ) «Ήλιος» : Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος : ΙΔ΄, ΑΘΗΝΑ, χ.χ., εκδ.: εκδόσεις «Ήλιος» , σελ: 583
[6] Ι) Μοσχόπουλος Γεώργιος : Ιστορία του Νέου Ελληνικού Κράτους τόμος Α (1832 – 1940), ΑΘΗΝΑ, 1998, εκδ.: Α. Χριστάκη, σελ.: 183 ΙΙ) «Πάπυρος» : Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, τόμος : 42, ΑΘΗΝΑ, 1989, εκδ.: Πάπυρος, σελ.: 15 ΙΙΙ) «Ήλιος» : Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος : ΙΔ΄, ΑΘΗΝΑ, χ.χ., εκδ.: εκδόσεις «Ήλιος» , σελ: 583
[7] Ι) «Ήλιος» : Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος : ΙΔ΄, ΑΘΗΝΑ, χ.χ., εκδ.: εκδόσεις «Ήλιος» , σελ: 583 ΙΙ) «Πάπυρος» : Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, τόμος : 42, ΑΘΗΝΑ, 1989, εκδ.: Πάπυρος, σελ.:15
[8] Ι) Μοσχόπουλος Γεώργιος : Ιστορία του Νέου Ελληνικού Κράτους τόμος Α (1832 – 1940), ΑΘΗΝΑ, 1998, εκδ.: Α. Χριστάκη, σελ.: 211, ΙΙ) ) «Ήλιος» : Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος : ΙΔ΄, ΑΘΗΝΑ, χ.χ., εκδ.: εκδόσεις «Ήλιος» , σελ: 584
[9] Ι) «Πάπυρος» : Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, τόμος : 42, ΑΘΗΝΑ, 1989, εκδ.: Πάπυρος, σελ.: 16, ΙΙ) Μοσχόπουλος Γεώργιος : Ιστορία του Νέου Ελληνικού Κράτους τόμος Α (1832 – 1940), ΑΘΗΝΑ, 1998, εκδ.: Α. Χριστάκη, σελ.: 212 – 215
[10] Ι) Μοσχόπουλος Γεώργιος : Ιστορία του Νέου Ελληνικού Κράτους τόμος Α (1832 – 1940), ΑΘΗΝΑ, 1998, εκδ.: Α. Χριστάκη, σελ.: 211 – 212, ΙΙ) Εκδοτική Αθηνών : Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος : ΙΕ΄, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 382 - 383
[11] Ι) Βαρσάμη Δέσποινα : « Ιωάννης Μεταξάς : Μια αμφιλεγόμενη πολιτική φυσιογνωμία », περ.: Ιστορικά θέματα, 2003, τεύχος : 16 Μάρτιος, σελ.: 68, ΙΙ) Λεονταρίτης Γεώργιος : « Ο μυστηριώδης θάνατος του Ιωάννη Μεταξά», εφημ.: Η Βραδινή της Κυριακής, 2002, αρ. φύλλου : 27/10/2002,
σελ.: 51
[12] Κόκκινος Διονύσιος : Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος, τόμος : 4, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Μέλισσα, σελ.: 1511
[13] Ι) Εκδοτική Αθηνών : Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος : ΙΕ΄, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 385 – 391, ΙΙ) Παπαστρατής Προκόπης : « Ιωάννης Μεταξάς : Με το «ΟΧΙ» μπόρεσε να εκφράσει και τον λαό », 1999, εφημ.: ΤΑ ΝΕΑ, αρ. φύλλου : 23/12/1999, σελ.: 18
[14] Ι) Καλούδης Σπύρος : Η θέση της Ελλάδας και οι διεθνείς της σχέσεις στον πόλεμο 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1997, εκδ.: « Νέα Σύνορα », εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, σελ.: 38 – 39, ΙΙ) Εκδοτική Αθηνών : Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος : ΙΕ΄, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 382 – 383, ΙΙΙ) Μοσχόπουλος Γεώργιος : Ιστορία του Νέου Ελληνικού Κράτους τόμος Α (1832 – 1940), ΑΘΗΝΑ, 1998, εκδ.: Α. Χριστάκη, σελ.: 210
[15] Ι) Μοσχόπουλος Γεώργιος : Ιστορία του Νέου Ελληνικού Κράτους τόμος Α (1832 – 1940), ΑΘΗΝΑ, 1998, εκδ.: Α. Χριστάκη, σελ.: 215,ΙΙ) Βαρσάμη Δέσποινα : « Ιωάννης Μεταξάς : Μια αμφιλεγόμενη πολιτική φυσιογνωμία », περ.: Ιστορικά θέματα, 2003, τεύχος : 16 Μάρτιος, σελ.: 63
[16] Γιαννόπουλος Νίκος : « Οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας – Ιταλίας πριν από το Β΄ ΠΠ », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 92

[17] Ι) Γιαννόπουλος Νίκος : « Οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας – Ιταλίας πριν από το Β΄ ΠΠ », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 92 – 93, ΙΙ) Εκδοτική Αθηνών : Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος : ΙΕ΄, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 1380, ΙΙΙ) ΓΕΣ – ΔΙΣ : Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου (1940 – 41), ΑΘΗΝΑ, 1985, εκδ.: Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διοίκηση Ιστορίας Στρατού, σελ.: 10

[18] Ι) «Ήλιος» : Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος : ΙΔ΄, ΑΘΗΝΑ, χ.χ., εκδ.: εκδόσεις «Ήλιος» , σελ.: 585, ΙΙ) Αθανασιάδης Τίτος : «Μύθοι και αλήθειες γύρω από τον Μεταξά του ’40», εφημ.: Απογευματινή της Κυριακής, 2002, αρ. φύλλου: 27/10/2002, σελ.: 40 – 41, ΙΙΙ) Γιαννόπουλος Νίκος : « Οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας – Ιταλίας πριν από το Β΄ ΠΠ », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 93,
IV) Λεονταρίτης Γεώργιος : « Οι πρωταγωνιστές του μεγάλου ΟΧΙ », εφημ.: Η Βραδινή της Κυριακής, 2002, αρ. φύλλου : 27/10/2002, σελ.: 30

[19] ΓΕΣ – ΔΙΣ : Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου (1940 – 41), ΑΘΗΝΑ, 1985, εκδ.: Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διοίκηση Ιστορίας Στρατού, σελ.: 8

[20] ΓΕΣ – ΔΙΣ : Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου (1940 – 41), ΑΘΗΝΑ, 1985, εκδ.: Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διοίκηση Ιστορίας Στρατού, σελ.: 8

[21] ΓΕΣ – ΔΙΣ : Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου (1940 – 41), ΑΘΗΝΑ, 1985, εκδ.: Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διοίκηση Ιστορίας Στρατού, σελ.: 16
[22] Ι) Αθανασιάδης Τίτος : «Μύθοι και αλήθειες γύρω από τον Μεταξά του ’40», εφημ.: Απογευματινή της Κυριακής, 2002, αρ. φύλλου: 27/10/2002, σελ.: 40 – 41, ΙΙ) «Πάπυρος» : Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, τόμος : 42, ΑΘΗΝΑ, 1989, εκδ.: Πάπυρος, σελ.: 16, ΙΙΙ) Αντωνακέας Ιωάννης : «Το ανυπέρβλητον έπος του 19940 – 41 », εφημ.: Α1, 2001, αρ. φύλλου: 83, σελ.: 9
[23] Ι) Αντωνακέας Ιωάννης : «Το ανυπέρβλητον έπος του 19940 – 41 », εφημ.: Α1, 2001, αρ. φύλλου: 83, σελ.: 9, ΙΙ) ) Εκδοτική Αθηνών : Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος : 6, ΑΘΗΝΑ, 1991, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 158
[24] Αθανασιάδης Τίτος : «Μύθοι και αλήθειες γύρω από τον Μεταξά του ’40», εφημ.: Απογευματινή της Κυριακής, 2002, αρ. φύλλου: 27/10/2002, σελ.: 40 – 41
[25] Αντωνακέας Ιωάννης : «Το ανυπέρβλητον έπος του 19940 – 41 », εφημ.: Α1, 2001, αρ. φύλλου: 83, σελ.: 9
[26] Ι) Βαρσάμη Δέσποινα : « Ιωάννης Μεταξάς : Μια αμφιλεγόμενη πολιτική φυσιογνωμία », περ.: Ιστορικά θέματα, 2003, τεύχος : 16 Μάρτιος, σελ.: 65, ΙΙ) Εκδοτική Αθηνών : Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος : 6, ΑΘΗΝΑ, 1991, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 158
[27] Κόκκινος Διονύσιος : Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος, τόμος : 4, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Μέλισσα, σελ.: 1367
[28] Ι) Καλούδης Σπύρος : Η θέση της Ελλάδας και οι διεθνείς της σχέσεις στον πόλεμο 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1997, εκδ.: « Νέα Σύνορα », εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, σελ.: 19 – 28, ΙΙ) Γιαννόπουλος Νίκος : « Οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας – Ιταλίας πριν από το Β΄ ΠΠ », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 92, ΙΙΙ) ΓΕΣ – ΔΙΣ : Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου (1940 – 41), ΑΘΗΝΑ, 1985, εκδ.: Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διοίκηση Ιστορίας Στρατού, σελ.: 6 – 8, ΙV) Κόκκινος Διονύσιος : Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος, τόμος : 4, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Μέλισσα, σελ.: 1368
[29] Ι ) ΓΕΣ – ΔΙΣ : Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου (1940 – 41), ΑΘΗΝΑ, 1985, εκδ.: Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διοίκηση Ιστορίας Στρατού, σελ.: 4
[30] Καλούδης Σπύρος : Η θέση της Ελλάδας και οι διεθνείς της σχέσεις στον πόλεμο 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1997, εκδ.: « Νέα Σύνορα », εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, σελ.: 19

[31] Ι) «Πάπυρος» : Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, τόμος : 42, ΑΘΗΝΑ, 1989, εκδ.: Πάπυρος, σελ.: 16, ΙΙ) Καρβουναράκης Θεοδόσιος : Η Ιταλική και ελληνική εξωτερική πολιτική στην πορεία προς την 28η Οκτωβρίου, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1998, εκδ.: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, σελ.: 7-10, ΙΙΙ) Καλούδης Σπύρος : Η θέση της Ελλάδας και οι διεθνείς της σχέσεις στον πόλεμο 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1997, εκδ.: « Νέα Σύνορα », εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, σελ.: 28-52

[32] ΓΕΣ – ΔΙΣ : Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου (1940 – 41), ΑΘΗΝΑ, 1985, εκδ.: Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διοίκηση Ιστορίας Στρατού, σελ.: 8 - 16

[33] Ι) «Πάπυρος» : Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, τόμος : 42, ΑΘΗΝΑ, 1989, εκδ.: Πάπυρος, σελ.: 16, ΙΙ) Νικολάου Χαράλαμπος : « Η οργάνωση και η προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 37

[34] Ι) Μπάρμπης Κωνσταντίνος : « Τι παρέλαβε ο Ι. Μεταξάς », εφημ.: Α1, 2001, αρ. φύλλου: 86, σελ.: 25, ΙΙ) Μαυριδόπουλος Λυκούργος : « Ένδυση και εφόδια του Έλληνα στρατιώτη το 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία, 1998, τεύχος : 26 Οκτώβριος, σελ.: 41, ΙΙΙ) Μάντζαρης Παναγιώτης : « Η Διοικητική Μέριμνα κατά το Αλβανικό Έπος », περ.: Ναυτική Επιθεώρηση, 2000, τεύχος : 552 Μάρτιος – Απρίλιος, σελ.: 182
[35] Ι) Ακτσόγλου Ιάκωβος : « 1935 – 40 : Αναμένοντας τη μεγάλη καταιγίδα », εφημ.: Τύπος της Κυριακής (ειδικό ένθετο : Ορθοδοξία και Ελληνισμός), 2002, αρ. φύλλου : 733, σελ.: 5, ΙΙ) ΙΙ) Μαυριδόπουλος Λυκούργος : « Ένδυση και εφόδια του Έλληνα στρατιώτη το 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία, 1998, τεύχος : 26 Οκτώβριος, σελ.: 41
[36] Μάντζαρης Παναγιώτης : « Η Διοικητική Μέριμνα κατά το Αλβανικό Έπος », περ.: Ναυτική Επιθεώρηση, 2000, τεύχος : 552 Μάρτιος – Απρίλιος, σελ.: 182
[37] Ι) Μάντζαρης Παναγιώτης : « Η Διοικητική Μέριμνα κατά το Αλβανικό Έπος », περ.: Ναυτική Επιθεώρηση, 2000, τεύχος : 552 Μάρτιος – Απρίλιος, σελ.: 183, ΙΙ) Μαυριδόπουλος Λυκούργος : « Ένδυση και εφόδια του Έλληνα στρατιώτη το 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία, 1998, τεύχος : 26 Οκτώβριος, σελ.: 43
[38] Ι) Γεδεών Δημήτριος : « Τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Η Μάχη των Οχυρών), 2002, σελ.: 52, ΙΙ) Μπλαβέρης Λεωνίδας : « Η Μάχη των Οχυρών », περ.: Πόλεμος και Ιστορία, 2001, τεύχος : 41 Μάιος, σελ.: 54, ΙΙΙ) Νικολάου Χαράλαμπος : « Η οργάνωση και η προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 50
[39] Ι) Μπλαβέρης Λεωνίδας : « Η Μάχη των Οχυρών », περ.: Πόλεμος και Ιστορία, 2001, τεύχος : 41 Μάιος, σελ.: 52 – 53, ΙΙ) Μπλαβέρης Λεωνίδας : « Τα οχυρά Ρούπελ και Ιστίμπεη », περ.: Πόλεμος και Ιστορία, 2002, τεύχος : 51 Απρίλιος, σελ.: 29
[40] ΓΕΣ – ΔΙΣ : Εφοδιασμοί του Στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών Πυροβολικού και Πεζικού κατά τον πόλεμον 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1982, εκδ.: ΓΕΣ – ΔΙΣ, σελ.: 30
[41] Ι) ΓΕΣ – ΔΙΣ : Εφοδιασμοί του Στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών Πυροβολικού και Πεζικού κατά τον πόλεμον 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1982, εκδ.: ΓΕΣ – ΔΙΣ, σελ.: 32 – 33, Ι) Νικολάου Χαράλαμπος : « Η οργάνωση και η προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 42, ΙΙΙ) Ακτσόγλου Ιάκωβος : « 1935 – 40 : Αναμένοντας τη μεγάλη καταιγίδα », εφημ.: Τύπος της Κυριακής (ειδικό ένθετο : Ορθοδοξία και Ελληνισμός), 2002, αρ. φύλλου : 733, σελ.: 4
[42] Ι) ΓΕΣ – ΔΙΣ : Εφοδιασμοί του Στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών Πυροβολικού και Πεζικού κατά τον πόλεμον 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1982, εκδ.: ΓΕΣ – ΔΙΣ, σελ.: 33, ΙΙ) Νικολάου Χαράλαμπος : « Η οργάνωση και η προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 42
[43] Τερνιώτης Γιάννης : « Οχήματα, Τεθωρακισμένα και Μοτοσικλέτες του Ελληνικού Στρατού στον πόλεμο του ’40 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 78, ΙΙ) Ακτσόγλου Ιάκωβος : « 1935 – 40 : Αναμένοντας τη μεγάλη καταιγίδα », εφημ.: Τύπος της Κυριακής (ειδικό ένθετο : Ορθοδοξία και Ελληνισμός), 2002, αρ. φύλλου : 733, σελ.: 4
[44] Τερνιώτης Γιάννης : « Οχήματα, Τεθωρακισμένα και Μοτοσικλέτες του Ελληνικού Στρατού στον πόλεμο του ’40 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 78
[45] Ι) Τσιλιόπουλος Ευθύμιος : « Το Ελληνικό Πυροβολικό στον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 58, ΙΙ) Τερνιώτης Γιάννης : « Οχήματα, Τεθωρακισμένα και Μοτοσικλέτες του Ελληνικού Στρατού στον πόλεμο του ’40 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 83
[46] Ακτσόγλου Ιάκωβος : « 1935 – 40 : Αναμένοντας τη μεγάλη καταιγίδα », εφημ.: Τύπος της Κυριακής (ειδικό ένθετο : Ορθοδοξία και Ελληνισμός), 2002, αρ. φύλλου : 733, σελ.: 5
[47] Ι) ΓΕΣ – ΔΙΣ : Εφοδιασμοί του Στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών Πυροβολικού και Πεζικού κατά τον πόλεμον 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1982, εκδ.: ΓΕΣ – ΔΙΣ, σελ.: 65 –67
[48] Νικολάου Χαράλαμπος : « Η οργάνωση και η προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 43
[49] Νικολάου Χαράλαμπος : « Η οργάνωση και η προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 43
[50] Ι) Κιοτζέκογλου Μίλτος : « Αντιτορπιλικό << Βασίλισσα Όλγα >> », περ.: Πόλεμος και Ιστορία, 1997, τεύχος : 8 Σεπτέμβριος, σελ.: 21, ΙΙ) Στεφανάδης Αδάμ : « Αντιτορπιλικό Βασιλεύς Γεώργιος
( D-14) », περ.: Πόλεμος και Ιστορία, 1998, τεύχος : 17 Ιούνιος, σελ.: 50
[51] Ι) Μαρκαντωνάτος Δημήτρης : « Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος στον αέρα », περ.: Αεροπορική Ιστορία, 1999, τεύχος : 1 Οκτώβριος – Νοέμβριος, σελ.: 37 – 38, ΙΙ) Νικολάου Χαράλαμπος : « Η οργάνωση και η προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 43
[52] Κόκκινος Διονύσιος : Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος, τόμος : 4, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Μέλισσα, σελ.: 1535
[53] Ι) Ακτσόγλου Ιάκωβος : « 1935 – 40 : Αναμένοντας τη μεγάλη καταιγίδα », εφημ.: Τύπος της Κυριακής (ειδικό ένθετο : Ορθοδοξία και Ελληνισμός), 2002, αρ. φύλλου : 733, σελ.: 5. ΙΙ) Νικολάου Χαράλαμπος : « Η οργάνωση και η προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 48 - 49
[54] Νικολάου Χαράλαμπος : « Η οργάνωση και η προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 50 - 51
[55] Ι) Μάντζαρης Παναγιώτης : « Η Διοικητική Μέριμνα κατά το Αλβανικό Έπος », περ.: Ναυτική Επιθεώρηση, 2000, τεύχος : 552 Μάρτιος – Απρίλιος, σελ.: 185, 188 – 192, ΙΙ)
[56] Ι) Μαυριδόπουλος Λυκούργος : « Ένδυση και εφόδια του Έλληνα στρατιώτη το 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία, 1998, τεύχος : 26 Οκτώβριος, σελ.: 43, ΙΙ) Νικολάου Χαράλαμπος : « Η οργάνωση και η προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 51
[57] Καλούδης Σπύρος : Η θέση της Ελλάδας και οι διεθνείς της σχέσεις στον πόλεμο 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1997, εκδ.: « Νέα Σύνορα », εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, σελ.: 46
[58] Καλούδης Σπύρος : Η θέση της Ελλάδας και οι διεθνείς της σχέσεις στον πόλεμο 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1997, εκδ.: « Νέα Σύνορα », εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, σελ.: 45
[59] I) ΓΕΣ – ΔΙΣ : Εφοδιασμοί του Στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών Πυροβολικού και Πεζικού κατά τον πόλεμον 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1982, εκδ.: ΓΕΣ – ΔΙΣ, σελ.: 55 – 58,
ΙΙ) Καλούδης Σπύρος : Η θέση της Ελλάδας και οι διεθνείς της σχέσεις στον πόλεμο 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1997, εκδ.: « Νέα Σύνορα », εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, σελ.: 46
[60] Ι) Στούρας Ιωάννης : « Το Αυστραλονεοζηλανδικό Εκστρατευτικό Σώμα στην Ελλάδα (Απρίλιος – Μάιος 1941) », περ.: Στρατιωτική Ιστορία, 1997, τεύχος : 10 Μάιος, σελ.: 50 – 51, ΙΙ) Τερνιώτης Γιάννης : « Οχήματα, Τεθωρακισμένα και Μοτοσικλέτες του Ελληνικού Στρατού στον πόλεμο του ’40 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 80, 83, ΙΙΙ) Τσιλιόπουλος Ευθύμιος : « Το Ελληνικό Πυροβολικό στον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 58, IV) Κόκκινος Διονύσιος : Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος, τόμος : 4, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Μέλισσα, σελ.: 1535, V) ΓΕΣ – ΔΙΣ : Εφοδιασμοί του Στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών Πυροβολικού και Πεζικού κατά τον πόλεμον 1940 – 41,
ΑΘΗΝΑ, 1982, εκδ.: ΓΕΣ – ΔΙΣ, σελ.: 51, 54, 101 - 103
[61] Ι) Τερνιώτης Γιάννης : « Οχήματα, Τεθωρακισμένα και Μοτοσικλέτες του Ελληνικού Στρατού στον πόλεμο του ’40 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 84 – 85, ΙΙ) Τσιλιόπουλος Ευθύμιος : « Το Ελληνικό Πυροβολικό στον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 58, III) ΓΕΣ – ΔΙΣ : Εφοδιασμοί του Στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών Πυροβολικού και Πεζικού κατά τον πόλεμον 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1982, εκδ.: ΓΕΣ – ΔΙΣ, σελ.: 59 - 60
[62] Καλούδης Σπύρος : Η θέση της Ελλάδας και οι διεθνείς της σχέσεις στον πόλεμο 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1997, εκδ.: « Νέα Σύνορα », εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, σελ.: 46
[63] ΓΕΣ – ΔΙΣ : Εφοδιασμοί του Στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών Πυροβολικού και Πεζικού κατά τον πόλεμον 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1982, εκδ.: ΓΕΣ – ΔΙΣ, σελ.: 121 - 12

[64] Ι) Εκδοτική Αθηνών : Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος : ΙΕ΄, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 390 – 391, ΙΙ) Κόκκινος Διονύσιος : Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος, τόμος : 4, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Μέλισσα, σελ.: 1378, ΙΙΙ) «Πάπυρος» : Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, τόμος : 42, ΑΘΗΝΑ, 1989, εκδ.: Πάπυρος, σελ.: 16, IV) Εκδοτική Αθηνών : Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος : 6, ΑΘΗΝΑ, 1991, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 158

[65] Ι) Εκδοτική Αθηνών : Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος : ΙΕ΄, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 387 – 389, ΙΙ) Εκδοτική Αθηνών : Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος : 6, ΑΘΗΝΑ, 1991, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 157, ΙΙΙ) Παπαστρατής Προκόπης : « Ιωάννης Μεταξάς : Με το «ΟΧΙ» μπόρεσε να εκφράσει και τον λαό », 1999, εφημ.: ΤΑ ΝΕΑ, αρ. φύλλου : 23/12/1999, σελ.: 18,
IV) Βαρσάμη Δέσποινα : « Ιωάννης Μεταξάς : Μια αμφιλεγόμενη πολιτική φυσιογνωμία », περ.: Ιστορικά θέματα, 2003, τεύχος : 16 Μάρτιος, σελ.: 68
[66] Εκδοτική Αθηνών : Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος : ΙΕ΄, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 388
[67] Ι) Νικολάου Χαράλαμπος : « Η οργάνωση και η προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 51
[68] ) Μαυριδόπουλος Λυκούργος : « Ένδυση και εφόδια του Έλληνα στρατιώτη το 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία, 1998, τεύχος : 26 Οκτώβριος, σελ.: 43,

[69] ΓΕΣ – ΔΙΣ : Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου (1940 – 41), ΑΘΗΝΑ, 1985, εκδ.: Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διοίκηση Ιστορίας Στρατού, σελ.:12

[70] «Ήλιος» : Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος : ΙΔ΄, ΑΘΗΝΑ, χ.χ., εκδ.: εκδόσεις «Ήλιος», σελ.: 585
[71] Εκδοτική Αθηνών : Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος : ΙΕ΄, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Εκδοτική Αθηνών, σελ.: 454 - 458
[72] Ι) Τσιλιόπουλος Ευθύμιος : « Το Ελληνικό Πυροβολικό στον πόλεμο του 1940 – 41 », περ.: Στρατιωτική Ιστορία (ειδικό αφιέρωμα : Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου {1940 – 41}), 2001, σελ.: 63, ΙΙ) ΓΕΣ – ΔΙΣ : Εφοδιασμοί του Στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών Πυροβολικού και Πεζικού κατά τον πόλεμον 1940 – 41, ΑΘΗΝΑ, 1982, εκδ.: ΓΕΣ – ΔΙΣ, σελ.: 64 - 73
[73] Ι) Παπαστρατής Προκόπης : « Ιωάννης Μεταξάς : Με το «ΟΧΙ» μπόρεσε να εκφράσει και τον λαό », 1999, εφημ.: ΤΑ ΝΕΑ, αρ. φύλλου : 23/12/1999, σελ.: 18, ΙΙ) Κόκκινος Διονύσιος : Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος, τόμος : 4, ΑΘΗΝΑ, 1978, εκδ.: Μέλισσα, σελ.: 1540
[74] Αντωνακέας Ιωάννης : «Το ανυπέρβλητον έπος του 19940 – 41 », εφημ.: Α1, 2001, αρ. φύλλου: 83, σελ.: 9
[75] Ι) Χρονόπουλος Φώτης : « Μέθυσαν με τ’ αθάνατο κρασί του ’21 », εφημ.: Τύπος της Κυριακής (ειδικό ένθετο : Ορθοδοξία και Ελληνισμός), 2002, αρ. φύλλου : 733, σελ.: 6 – 7, ΙΙ) Μπέλλα Ειρήνη : « Με την τέχνη τους για βόλι», εφημ.: Η Βραδινή της Κυριακής, 2002, αρ. φύλλου : 27/10/2002, σελ.: 48 – 49, ΙΙΙ) Στούρας Ιωάννης : « 1940 : Οι « άοπλοι μαχητές » του ελληνοϊταλικού πολέμου », περ.: Στρατιωτική Ιστορία, 1998, τεύχος : 26 Οκτώβριος, σελ.: 25 – 31, IV) Χρονόπουλος Φώτης : « Με όπλο τη γραφίδα », εφημ.: Τύπος της Κυριακής (ειδικό ένθετο : Ορθοδοξία και Ελληνισμός), 2002, αριθμός φύλλου : 733, σελ.: 8 - 9

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου