Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Βαγγέλης Μπουζούλας : Εισήγηση-Τοποθέτηση στην Ετήσια Έκθεση 2010 του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ


Πατησίων 69-Τ.Κ.10434 Τηλ: 210.8202270,288 fax: 210.8202150
mail: gsecretary@gsee.gr


Εισήγηση-Τοποθέτηση
του Γεν. Γραμματέα της Γ.Σ.Ε.Ε. Βαγγέλη Μπουζούλα στην παρουσίαση της
Ετήσιας Έκθεσης 2010 του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ

Συναδέλφισσες και Συνάδελφοι, αγαπητοί προσκεκλημένοι,

Η παρουσίαση της Ετήσιας Έκθεσης του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την Οικονομία και την Απασχόληση πραγματοποιείται μέσα σε μια εξαιρετικά κρίσιμη και δύσκολη συγκυρία για τον κόσμο της εργασίας και ιδιαίτερα για τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας.
Η σημερινή κυβέρνηση, εφαρμόζοντας, αρχικά, μια ανεύθυνη και εγκληματική πολιτική διαχείρισης της δύσκολης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας μετέβαλε το έντονο πρόβλημα δημοσίου χρέους σε κρίση δανεισμού. Προσπάθησαν με αυτόν τον τρόπο να εμφανίσουν ως μονόδρομο, ως «αναγκαίο κακό», την αυθαίρετη αλλά συνειδητή πολιτική τους απόφαση να προσφύγουν στο μηχανισμό στήριξης, εκχωρώντας την κυβερνητική πολιτική της χώρας σε μια ομάδα αριθμολάγνων τεχνοκρατών-διεθνών λογιστών. Δεσμεύτηκαν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, μέσω της υπογραφής του περίφημου Μνημονίου, να εφαρμόσουν ρητά μια σειρά από αντιαναπτυξιακές, αντικοινωνικές και αντεργατικές πολιτικές,
• που οδηγούν την ελληνική οικονομία σε ένα φαύλο κύκλο ύφεσης και ανεργίας,
• που υποβαθμίζουν δραματικά το βιοτικό επίπεδο και συρρικνώνουν την αγοραστική δύναμη των πολιτών,
• που αφανίζουν τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και απορυθμίζουν πλήρως την αγορά εργασίας,
διαμορφώνοντας συνθήκες ενός νέου εργασιακού και κοινωνικού μεσαίωνα.
Σήμερα, λίγους μήνες μετά την προσφυγή στο ΔΝΤ, αν κανείς παρακολουθήσει την εξέλιξη των μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας αλλά και το σύνολο των διαθέσιμων κοινωνικών δεικτών μπορεί εύκολα να καταλάβει πόσο εσφαλμένη και καταδικαστική για τη χώρα υπήρξε η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή. Οι αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης, το έλλειμμα εσόδων, τα ιδιαίτερα υψηλά και ολοένα αυξανόμενα ποσοστά ανεργίας, η άναρχη και χωρίς κανόνες επέκταση των ευέλικτων μορφών εργασίας, η καθίζηση της ανταγωνιστικότητας και των επενδύσεων, τα χιλιάδες «λουκέτα» στην αγορά, η όξυνση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων καθώς και τα εκατομμύρια των συμπολιτών μας, που διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχειας μαρτυρούν ότι η πρωτοφανής λιτότητα, η οποία επιβλήθηκε στους Έλληνες εργαζόμενους και συνταξιούχους όχι μόνο δεν θα έχει αποτέλεσμα για το αύριο αλλά ουσιαστικά αποτελεί το όχημα για νέο κύμα περικοπών και περιστολών, τις οποίες φρόντισε έγκαιρα και «εν κρυπτώ» να συμφωνήσει η κυβέρνηση μέσω του αναθεωρημένου Μνημονίου.
Μέσα σε αυτό το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον, το δυσμενέστερο από το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, η Έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, θα περίμενε κανείς να επιχειρηματολογεί για την πλήρη και οριστική ανατροπή του και όχι να περιορίζεται σε ευχολόγια και αοριστολογικές-μη ρεαλιστικές- διεκδικήσεις με βάση το Μνημόνιο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο κείμενό της. Το Εργατικό Κίνημα δεν μπορεί να αγωνίζεται για λιγότερες περικοπές, ούτε να συμμετέχει σε μάχες για δήθεν «αυτονόητα», όπως αυτά που επικαλείται ο Πρωθυπουργός. (σελ. 21)
Αναμφίβολα, η οικονομική κρίση ανέδειξε τις μακροχρόνιες αδυναμίες, τις χρονίζουσες στρεβλώσεις και παθογένειες της Ελληνικής Οικονομίας. Αυτές, όμως, δεν θα πρέπει να αναζητούνται επιλεκτικά από το παρελθόν αλλά πρέπει να εξετάζονται με ορίζοντα 30 ετών, εκεί που σύμφωνα με ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής βιβλιογραφίας εντοπίζεται και η αφετηρία τους. Άλλωστε, η μεγάλη ευκαιρία για τη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας και τη δημιουργία μια ισχυρής παραγωγικής βάσης χάθηκε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980, όταν η Ελλάδα ως χώρα με χαμηλό εργατικό κόστος και πακτωλό κοινοτικών κονδυλίων θα μπορούσε να προσελκύσει επενδύσεις στο δευτερογενή τομέα παραγωγής, ο οποίος σήμερα είναι ανοχύρωτος και καταρρέει.
Επίσης, στην Έκθεση του ΙΝΕ των Συνδικάτων δεν επιτρέπεται να μην υπάρχει ένα κεφάλαιο, επιστημονικά εμπεριστατωμένο, που θα αξιολογεί την ορθότητα ή μη της επιλογής για την υπογραφή της σύμβασης δανεισμού. Είναι χρήσιμες οι διαπιστώσεις και η ανάλυση των αιτιών της κρίσης αλλά είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία η ανάδειξη και η τεκμηρίωση μιας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης εξόδου της χώρας από την κρίση, χωρίς τη «μέγγενη» του Μνημονίου.
Διαβάζοντας τις Εκθέσεις της προηγούμενης δεκαετίας, έχω παρατηρήσει μια έντονη διαφοροποίηση στο ύφος και την ένταση της επιχειρηματολογίας, των προβλέψεων και των προτεινόμενων παρεμβάσεων, ανάλογα με το ποιο πολιτικό κόμμα βρίσκεται στη εξουσία. Την προηγούμενη πενταετία, οι παρεμβάσεις ήταν τόσο ισχυρές, που μάλιστα πολλές φορές έγιναν σημαία από την τότε αντιπολίτευση, μεταβάλλοντας την Έκθεση σε ένα αντικυβερνητικό εργαλείο. Η φετινή Έκθεση χρησιμοποιεί ένα πολύ ουδέτερο λόγο, χωρίς έντονα στοιχεία παρέμβασης, σε μια χρονική στιγμή που μεθοδεύεται συστηματικά η απαξίωση του Συνδικαλιστικού Κινήματος και του ρόλου του, μέσα από την κατάργηση στην πράξη της νέας Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. σε σχέση με τις κλαδικές και επιχειρησιακές Σ.Σ.Ε., όπου δίνεται η δυνατότητα στις επιχειρήσεις να υπογράφουν ατομικές συμβάσεις, που αποτελούν για τα Συνδικάτα «αιτία πολέμου» καθώς και του Ο.ΜΕ.Δ.. Ως προς το περιεχόμενο της Έκθεσης, εμφανίζεται μια ξεκάθαρη εικόνα υπανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, μέσα σε συνθήκες έντονης ανισοκατανομής του εισοδήματος, υψηλής ανεργίας και πληθωριστικών πιέσεων, με τον πληθωρισμό να οδηγείται πλέον στο 6%.
Η ουσιαστική κατάρρευση της τεχνολογικής και καινοτομικής βάσης της χώρας, η μείωση των δημόσιων επενδύσεων, η αδυναμία προσέλκυσης ξένων επενδύσεων, καθώς και η άστοχη προσπάθεια εσωτερικής υποτίμησης (μείωση μισθών και τιμών), μετατρέπει την Ελλάδα σε χώρα φθηνού εργασιακού κόστους και την οδηγεί σε συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας, με αποτέλεσμα την απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας αλλά και φορολογικών-ασφαλιστικών εσόδων.
Η Ελλάδα βρίσκεται στην 12η θέση στην «Ευρωπαϊκή Ένωση των 15» αναφορικά με τις μέσες ετήσιες αποδοχές, χωρίς να υπολογίζεται η μείωση μισθών κατά 4.4% το 2010, που θα δυσχεράνει ακόμη περισσότερο τη διαβίωση της συντριπτικής πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας. Οφείλω να επισημάνω ότι το 4.4% δεν είναι δυνατόν να αντανακλά την πραγματικότητα στην απώλεια του συνόλου των αποδοχών των εργαζομένων από τις περικοπές δώρων και επιδομάτων. (σελ. 29)
Ο κατώτατος μηνιαίος μισθός συνεχίζει να υστερεί σημαντικά, βρισκόμενος στο 60% του επιπέδου των πλουσιότερων χωρών της ΕΕ, με τα τοπικά σύμφωνα απασχόλησης και τις συμβάσεις μαθητείας για τους νεοπροσλαμβανόμενους νέους να τον συμπιέζουν προς τα κάτω. Επιπρόσθετα οι εργαζόμενοι καλούνται να φορολογηθούν με 35% την ώρα που τα κέρδη των επιχειρήσεων φορολογούνται με 15.9%, όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε. των 25 διαμορφώνεται στο 33%.
Ταυτόχρονα, είναι εμφανές ότι η οικονομική κρίση χρησιμοποιήθηκε ως ηθικό και πολιτικό «άλλοθι» για την πλήρη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Με τους πρόσφατους νόμους (3845, 3846, 3833, 3863/2010) όχι μόνο δεν εισάγονται κανόνες αλλά αποδομείται κάθε έννοια εργατικού δικαίου. Οι πιο σκληρές μορφές εργασιακής επισφάλειας, όπως οι υπεργολαβίες και η ενοικίαση, νομιμοποιούνται με τον πιο επώδυνο, για τους εργαζόμενους τρόπο, ενώ η μερική απασχόληση και τα «μπλοκάκια» γίνονται κανόνας για να βρει κάποιος δουλειά.
Το νέο Ασφαλιστικό νομοσχέδιο αντιμετώπισε το Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης, τον κορυφαίο αυτό θεσμό του κράτους πρόνοιας, με στενά δημοσιονομικούς-λογιστικούς όρους. Οι μειώσεις σε κύριες και επικουρικές συντάξεις, η κατάργηση της τριμερούς χρηματοδότησης και η αύξηση του εργασιακού βίου μειώνουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την κοινωνική του αποτελεσματικότητα ανατρέποντας τον προγραμματισμό εκατομμυρίων νοικοκυριών.
Η ανεργία αναδεικνύεται στο μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Το 1/3 του παραγωγικού πληθυσμού της χώρας δεν είναι ενταγμένο στην αγορά εργασίας, με τις γυναίκες, τους νέους και τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες να παραμένουν αποκλεισμένοι, όταν η μέση διάρκεια παραμονής στην ανεργία αυξάνεται επικίνδυνα. Οι δυσοίωνες προβλέψεις για αύξηση της πραγματικής ανεργίας στο 20% έχουν επιβεβαιωθεί δημιουργώντας μια εκρηκτική κοινωνική κατάσταση. (σελ. 30)
Όπως επισημαίνεται και στο κείμενο της Έκθεσης, η μόνη αναγκαία συνθήκη για την αντιμετώπιση της σημερινή κατάστασης είναι η Ανάπτυξη, η Αναδιανομή του Εισοδήματος και η στόχευση στη Μείωση του Χρόνου Εργασίας, χωρίς Μείωση των Αποδοχών. Αυτές οι τρεις προϋποθέσεις ανάκαμψης της Ελληνικής Οικονομίας δεν είναι εφικτές κάτω από την πίεση του Μνημονίου και των εμπνευστών του. Οπότε η μόνη λύση είναι η Ανατροπή. Τα συνδικάτα και το επιστημονικό τους δυναμικό οφείλουν να βρεθούν στην πρωτοπορία του αγώνα για τον ταχύτερο απεγκλωβισμό της χώρας από την Τρόικα, αλλά και να τεκμηριώσουν ένα εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης, βάζοντας στο επίκεντρό του τον άνθρωπο, που θα συνδυάζει με το βέλτιστο δυνατό τρόπο την κοινωνική συνοχή με την ανταγωνιστικότητα.
Τέλος, δε μπορεί ο Πρωθυπουργός της χώρας να ευαγγελίζεται τη βιώσιμη ανάπτυξη, όταν η χώρα μας υπολείπεται σε ανταγωνιστικότητα από τη Μποτσουάνα και τη Ρουάντα σύμφωνα με τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς (World Economic Forum) και όταν το κόστος δανεισμού είναι το δεύτερο υψηλότερο στο κόσμο με μόνο ακριβότερο αυτό του Πακιστάν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου